Συνέντευξη με την Ελληνίδα καλλιτέχνιδα που δίνει «σκοτεινή πνοή» σε παράξενες κούκλες.


«Τα κορίτσια μου πάντα ήταν σκοτεινά, θλιμμένα, με μάτια γεμάτα έκπληξη να κοιτούν τον κόσμο και αυτό που έρχεται», μας λέει η Σοφία Παρασκευοπούλου για τις κούκλες που δημιουργεί.

Η Ελληνίδα καλλιτέχνιδα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών από όπου και αποφοίτησε το 2009. Έχει παρουσιάσει συνολικά τρεις ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει τρεις φορές στην Art Athina με την γκαλερί Αστρολάβος (2010, 2011, 2013), όπως επίσης και σε πολλές ομαδικές εκθέσεις σε Ελλάδα, ΗΠΑ, Ιταλία, Πορτογαλία και Κύπρο. Έχει κερδίσει δύο φορές (2017, 2019) τον διαγωνισμό για το δημιουργικό της αφίσας του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας.

 

Μοναδικές, σκοτεινές και παράξενες, οι κούκλες της έχουν να διηγηθούν τις δικές τους ιστορίες, αρκεί να τις ακούσουμε.

-Πώς γεννήθηκαν οι γυναικείες φιγούρες που δημιουργείς και τι ιστορίες έχουν να πουν; Είναι και μία αντανάκλαση του ίδιου σου του εαυτού;

 Ξεκίνησα να δουλεύω πάνω στην ανθρώπινη φιγούρα ως φοιτήτρια στη Σχολή Καλών Τεχνών. Οι φιγούρες, τότε, ήταν μέρη ζωγραφικών έργων, αλλά  πολύ γρήγορα τοποθετήθηκαν στο χώρο. Αρχικά, δούλευα ζωγραφικά έργα μεγάλων διαστάσεων με φιγούρες ντεκουπαρισμένες σε ξύλο, σε φυσικό μέγεθος και τα τελευταία χρόνια οι φιγούρες μου έγιναν γλυπτά.

Η θηλυκή φιγούρα πάντα μου πρόσφερε ασφάλεια και νοιώθω τεράστια σύνδεση με αυτή. Νομίζω μου είναι οικείο, ίσως γιατί το μικρό παιδί μέσα μου πάντα έψαχνε θεραπεία μέσω της τέχνης.

Τα κορίτσια μου πάντα ήταν σκοτεινά, θλιμμένα με μάτια γεμάτα έκπληξη να κοιτούν τον κόσμο και αυτό που έρχεται. Δημιουργούν αστικές ιστορίες με την αισιοδοξία να προβάλλει στα διάπλατα ανοιχτά μάτια τους, αναζητώντας τη φωτεινότητα ενός άλλου κόσμου. Ίσως κάποιες φορές να βάλουν λίγο χρώμα παραπάνω, διεκδικώντας υστερικά ένα διάλειμμα χαράς.

Κάτω από το φως του υπολογιστή ή της τηλεόρασης δημιουργούν τα δικά τους όνειρα. Τα δάση των παραμυθιών τους ήταν κάποτε πράσινα και φωτεινά. Τώρα, τα δάση, τα δέντρα, οι λίμνες είναι σκοτεινά και τρομακτικά .

Ίσως όμως, τα όνειρα τους να μην είναι για πάντα στο σκοτάδι. Ίσως να μπορέσουν να ονειρευτούν κόσμους νέους , με γυναίκες δυνατές αδάμαστες  που θα μπορέσουν να βάλουν τα «πρέπει» , τα «μη», τους ηθικούς φραγμούς και την κοινωνική πίεση, στον κάλαθο των αχρήστων. Τιμώντας έτσι όλες τις γυναίκες που δεν τα κατάφεραν.

Όποτε απαντώντας και στη δεύτερη ερώτηση σου, θα σου πω με μεγάλη σιγουριά πια, ότι δεν θα μπορούσαν τα έργα μου να μην είναι αντανάκλαση του ίδιου μου του εαυτού. Ακόμα και ασυνείδητα, ίσως κάποιες φορές, μνήμες, τραύματα και κομμάτια της ψυχής μου είναι αυτά που αποτυπώνω. Εγώ είμαι αυτό το παιδί που ζητάει μέσα στο σκοτάδι να βρει φως και δύναμη.

Έρχομαι πολλές φορές, να βρω, μετά από χρόνια, ερμηνεία στα έργα μου, ευελπιστώντας τα αποτελέσματα της ερμηνείας αυτής, να γίνουν ο μοχλός που θα ξεκλειδώσει νέους δρόμους στο ταξίδι της θεραπείας μου. Έχω επιλέξει τη λακανική ψυχανάλυση ως μέσο θεραπείας. Μια γνωστή διδαχή του Λακάν είναι ότι «δεν είμαστε νοικοκύρηδες στο ίδιο μας το σπίτι», όπου σπίτι θεωρεί το ασυνείδητό μας. Θεωρώντας τη δημιουργική διαδικασία άμεσα συνδεδεμένη με το ασυνείδητο , τα έργα μου έχουν αποτελέσει πολλές φορές σημαντικό εργαλείο ανάλυσης και θεραπείας.

-Διακρίνω μία επιρροή στα έργα σου από Αμερικανούς ποπ σουρεαλιστές καλλιτέχνες όπως οι Todd Schorr, Mark Ryden και Camille Rose Garcia. μεταξύ άλλων. Συμφωνείς με αυτό; Ποιους καλλιτέχνες θαυμάζεις;

 Όντως, υπάρχει πλέον μεγάλη επιρροή των καλλιτεχνών που αναφέρεις στο έργο μου. Λέω πλέον, γιατί νομίζω ότι οι μνήμες από τα γιαπωνέζικα anime είναι αυτές που έμειναν χαραγμένες, με τέτοιο τρόπο που όταν ξεκίνησα να δημιουργώ, σχεδόν αυτόματα οι φιγούρες μου πήραν αυτά τα μεγάλα μάτια, το δυσανάλογο μεγάλο κεφάλι, λεπτά και μακριά άκρα. Ταυτόχρονα όμως με μία πιο dark και σχεδόν δυστοπική αισθητική που πάντα έβρισκα τόσο ελκυστική στην γιαπωνέζικη τέχνη.  Θαυμάζω πάρα πολλούς καλλιτέχνες, από κλασσικούς, όπως ο Caravaggio και ο Turner,  street artists όπως τους Os Gemeos και τη Nina Pandolfo, όπως επίσης τον Mark Ryden που ανέφερες, την Audrey Kawasaki, τον Ray Caesar, τον Scott Radke αλλά και τον μαγευτικό  Hayao Miyazaki με τις ταινίες του βγαλμένες σαν από όνειρο. Αυτοί είναι κάποιοι μέσα από μια τεράστια  λίστα καλλιτεχνών που θαυμάζω και πολλοί από αυτούς έχουν επηρεάσει πάρα πολύ τη δουλειά μου.

-Γιατί επέλεξες οι δημιουργίες σου να πάρουν «ζωή» μέσα από κούκλες και γλυπτά και να βγουν εκτός ζωγραφικού καμβά;

Θα σου πω ότι αρχικά δεν ήταν ακριβώς επιλογή αλλά ανάγκη για δημιουργία. Το 2015 κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μου,  χρειάστηκε για  ένα διάστημα  να παραμείνω σπίτι, με αποτέλεσμα να αποχωριστώ το εργαστήριο μου για μεγάλο διάστημα και κατά συνέπεια την ζωγραφική, όπως τουλάχιστον την ήξερα έως τότε. Εκείνο το διάστημα, λοιπόν, ξεκίνησα να πειραματίζομαι με τον πολυμερικό πηλό, καθισμένη στον καναπέ του σπιτιού μου. Μπορώ να σου πω ότι ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Ακολούθησε ένα διάστημα που συνδύασα τη ζωγραφική με την γλυπτική και τα τελευταία δύο χρόνια ασχολούμαι αποκλειστικά με την γλυπτική, πράγμα που με γεμίζει αφάνταστα. Νομίζω ότι μερικές φορές όλα για κάποιο λόγο γίνονται…

-Γενικότερα, ποιες είναι οι επιρροές σου; Από πού πηγάζουν τα έργα σου;

Εκτός από όσα ανέφερα προηγουμένως μεγάλη πηγή έμπνευσης είναι σίγουρα η μουσική και ο κινηματογράφος. Είναι μέσα τα οποία με βοηθάνε πάρα πολύ να “δω εικόνες”. Όποτε κολλάω, όποτε νιώθω ότι χρειάζομαι έμπνευση, μια καλή ταινία ή μία συναυλία αγαπημένου συγκροτήματος είναι ένας τρόπος να ξεμπλοκάρω. Από κει και πέρα η μυθολογία, τα λαϊκά παραμύθια, είναι θεματικές που με ενδιαφέρουν πολύ και έχουν αποτελέσει πολλές φορές πηγή έμπνευσης στη δουλειά μου. Το βιβλίο της Γιουγκιανής ψυχαναλύτριάς Clarissa Pinkola Estes, “Οι γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους”, στο οποίο αναλύει  μύθους και ιστορίες για το αρχέτυπο της άγριας γυναίκας, ήταν η έμπνευση για την προηγούμενη ατομική μου έκθεση “Primordial Matters”.

Τελευταία, πηγή έμπνευσης αποτελούν επίσης τα αποτελέσματα  της ψυχανάλυσης τα οποία έχουν αρχίσει να αχνοφαίνονται. Στην τελευταία μου ατομική έκθεση “The Sleeping Beasts” προσπάθησα να αποτυπώσω αυτό το μικρό παιδί μέσα μου, που έφερνε τον πανικό και το χάος  γύρω του, σαν ένα τέρας βγαλμένο από σκοτεινό παραμύθι. Η διαδικασία της ψυχανάλυσης, με βοήθησε να το αναγνωρίσω αρχικά και κατόπιν να το αγαπήσω, να κάνω ειρήνη μαζί του, και να καταφέρω επιτέλους να το βάλω για ύπνο. Έτσι γεννήθηκαν αυτές οι ηρωίδες, τα  “Sleeping Beasts” μου, που παρουσιάστηκαν τον Ιούνιο, στην Πορτογαλία. Κάπου εκεί ίσως έρχεται  και μια σύνδεση με την  πρώτη μου ατομική έκθεση το 2009, στην οποία με είχε απασχολήσει  πάρα πολύ το θέμα της χαμένης αθωότητας αποτυπώνοντας εγκλωβισμένα παιδιά σε αστικά τοπία.  

-Πηγαίνοντας πίσω στον χρόνο, πες μας κάποια πράγματα για εσένα και πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με την τέχνη;

Ήμουν ένα σχετικά κλειστό και αρκετά μοναχικό παιδί. Ανέκαθεν η ζωγραφική ήταν η συντροφιά μου και η έκφραση μέσω αυτής μου έδινε μεγάλη χαρά και ανακούφιση. Θυμάμαι πολλά απογεύματα στο τραπέζι της κουζίνας, να κάνουμε με τον πατέρα μου δακτυλομπογιές ή να στέκομαι με τις ώρες ακίνητη για να με ζωγραφίσει, μιας και ο ίδιος επίσης αγαπάει πολύ τη ζωγραφική. «Διόρθωνε» συχνά τα έργα μου, πράγμα που μισούσα, αλλά ταυτόχρονα με έμαθε ότι ΟΛΑ διορθώνονται. Στο τέλος του 2002, και ενώ σπούδαζα στο ΤΕΙ Μηχανολογίας, αποφάσισα να δώσω εξετάσεις με σκοπό να εισαχθώ στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών.

Ακολούθησαν δύο ευτυχισμένα χρόνια προετοιμασίας με την Βίλλυ Κανελλοπούλου και η προσπάθεια αυτή στέφτηκε με επιτυχία το 2004, με την είσοδο μου στην Καλών Τεχνών της Αθήνας. Στη σχολή σπούδασα ζωγραφική με καθηγητή τον  Μάριο Σπηλιόπουλο και αποφοίτησα το 2009. Παρόλο που πέρναγα μια αρκετά δύσκολη κατάθλιψη με αποκορύφωμα  τα τελευταία δύο χρόνια που φοιτούσα, η σχολή, οι συμφοιτητές, η δημιουργική διαδικασία, και κάποιοι δάσκαλοι έκανα την περίοδο εκείνη μαγική και εξαιρετικά θεραπευτική. Νιώθω τυχερή για ότι πήρα και γι’ αυτό που τελικά έγινα, εκμεταλλευόμενη τα εφόδια που απλόχερα η καλών τεχνών μου προσέφερε.

-Ποια τεχνική και μέσα χρησιμοποιείς για τα έργα σου; Από τι είναι συνήθως φτιαγμένα;

 Δουλεύω με πολυμερικό πηλό σε αρματούρα από μαύρο σύρμα οικοδομής. Αναφέρω το συγκεκριμένο είδος σύρματος, γιατί θα το δεις να υπάρχει και να συνομιλεί με τον πηλό σχεδόν σε όλα μου τα έργα. Ανάλογα το έργο θα χρησιμοποιήσω πληθώρα υλικών, όπως γυάλινα μάτια, τα οποία τελευταία φτιάχνω μόνη μου, φελτ, ακρυλικά χρώματα, ακουαρέλες, ξηρά παστέλ, υφάσματα και δαντέλες της γιαγιάς μου, εποξικό πηλό και ξύλο. Μου αρέσει να χρησιμοποιώ υλικά που θα βρω στη φύση, όπως θαλασσόξυλα και κομμάτια από κορμούς δέντρων. Θεωρώ οτιδήποτε γύρω μας μπορεί εν δυνάμει να αποτελέσει κομμάτι ενός έργου.

-Υπάρχει μία ευρύτερη σκηνή από ποπ σουρεαλιστές καλλιτέχνες και γκαλερί σε όλο τον κόσμο. Επικοινωνείς και δουλεύεις με πολλούς από αυτούς; Νιώθετε κάποιες φορές “outcasts” από τον υπόλοιπο κόσμο των fine arts;

Ναι, έχω επικοινωνία και συνεργασία  με συνάδελφους και γκαλερί σε Ευρώπη και Αμερική. Με την αγαπημένη μου συνάδελφο Ioanna Tsouka που ζει στη Τσεχία, έχουμε καταφέρει να συνεργαζόμαστε, ολοκληρώνοντας μαζί εικαστικές κούκλες, χωρίς ποτέ να έχουμε συναντηθεί. Καλή θέληση και όρεξη για δημιουργία να υπάρχει  και γίνονται θαύματα. Ταυτόχρονα τους τελευταίους μήνες, μετά από πρόσκληση τους, είμαι μέλος της Bad Apple Collective, μίας κολεκτίβας καλλιτεχνών με μέλη  από όλο τον κόσμο που αυτή τη στιγμή αριθμεί 21 μέλη.

Πλέον κάθε άλλο παρά outcast δεν νιώθω. Αισθάνομαι ότι δουλεύοντας στο εξωτερικό, έχουμε  την αναγνώριση, την εκτίμηση και την προβολή που χρειαζόμαστε. Υπάρχει ένα  αρκετά μεγάλο και πιστό κοινό από συλλέκτες και λάτρεις του ποπ σουρεαλισμού, το οποίο αγαπάει και στηρίζει με κάθε τρόπο την τέχνη μας. Outcast θα σου πω ότι ένιωσα μόνο στην Ελλάδα και στην προσπάθεια μου μετά το 2017 να συνεργαστώ με τις εδώ γκαλερί. Πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τη διάθεση του ελληνικού κοινού, πιστοποιώντας την ύπαρξη ισχυρών αγκυλώσεων στο χώρο των επαγγελματιών της τέχνης στην Ελλάδα.  Ευτυχώς, υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις, όπως η Delirium Gallery στην Αθήνα, η οποία ακολουθώντας βήματα του εξωτερικού, έδωσε βήμα σε ποπ σουρεαλιστές καλλιτέχνες. Ο Δημήτρης, ιδιοκτήτης της γκαλερί, έχει δώσει χώρο έκθεσης αλλά και συνάντησης  στην urban art και τον ποπ σουρεαλισμό που δυστυχώς έως τώρα ήταν σχεδόν αποκλεισμένη.

-Τι άλλο να περιμένουμε από εσένα για το υπόλοιπο του 2023;

Τον Ιούνιο του 2023 πραγματοποίησα την τρίτη ατομική έκθεση στη Λισαβώνα της Πορτογαλίας, και ακολουθούν κάποιες συμμετοχές σε ομαδικές εκθέσεις σε Αμερική και Ευρώπη. Αναλυτικά το πρόγραμμα συμμετοχών ανακοινώνεται πάντα στα δικά μου social media. Στόχος είναι το Νοέμβρη να πραγματοποιήσω το πρώτο μου workshop εικαστικής κούκλας αρχαρίων, το οποίο  θα πραγματοποιηθεί  σ’ έναν υπέροχο χώρο στο Μαρούσι, το @powwow_culture. Περισσότερες λεπτομέρειες θα ανακοινωθούν μέσα στον Οκτώβρη.. Επίσης τον Απρίλη του 2024 με έχουν καλέσει  να πραγματοποιήσω στη Λισαβόνα ένα masterclass και τον Οκτώβριο του 2024, καλώς εχόντων των πραγμάτων, ετοιμάζουμε με τη φίλη και συνάδελφο Lizzy Falcon, μία γιορτή της τέχνης, στην Τζόρτζια των Ηνωμένων Πολιτειών. Μείνετε συντονισμένοι γιατί έρχονται πολλά και ελπίζω πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για όλους τους λάτρεις του ποπ σουρεαλισμού και της ίσως λίγο πιο σκοτεινή τέχνης.

Instagram: sophia_paraskevopoulou