Ξέρω τι θα διαβάσεις αυτό το καλοκαίρι!

Ετοιμάσου για ένα νοητό ταξίδι στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον, με έντονα συναισθήματα

Κείμενο: Νίκος Κοντομήτρος

"Τον συμπόνεσα τον Βασίλη «μου». Γεννήθηκε τη δεκαετία του ΄60. Στάθηκα μέσα του από τη γέννησή του. Είδα την απουσιοπαρουσία του πατέρα του να σκάβει έλλειψη και η έλλειψη να γραπώνεται από εξάρτηση. Κάποτε έγινε ναρκομανής. Τον είδα να πονάει, να αγωνιά, να αναζητά, να εκπλιπαρεί, να χαμηλώνει, να ψευτοψηλώνει, να πέφτει, να τσακίζεται, να εξευτελίζεται, να δικάζεται, να αντέχει και να μην αντέχει. Δεν άφησε συναίσθημα να μην το γευτεί. 

Είδα ούτε ξέρω πόσες απόπειρες αυτοκτονίας του μέχρι εκείνη, τη σημαδιακή, που πέρασε στις εφημερίδες της εποχής. Χώθηκα μαζί του στο ασθενοφόρο, δίπλα στη μάνα του που κρατούσε στα χέρια της ένα πανάκριβο παλτό, με γούνα από κάστορα στον γιακά του. Ο Βασίλης-Βασιλάκης, ειδική περίπτωση. Όσο τσαλακωμένα τα μέσα του τόσο ατσαλάκωτος παρουσιαζόταν. Η επιτομή του στιλ. Τον μελέτησα γυμνό αλλά και με την πανοπλία του. Δεν είναι αθώα υπόθεση τα ρούχα των ανθρώπων. 

 

​​​​Αποτέλεσμα εικόνας για το παλτο μου μαμα

 

Είδα και την εποχή του. Είδα την Αθήνα της αντιπαροχής, την Ερμού να παραδίδει τα σκήπτρα στο Κολωνάκι. Περπάτησα την πλατεία του, αγόρασα Lacoste, πέρασα και από του Μπίλι Μπο για να χαζέψω τη γοητεία του. Είδα και τη Μύκονο ως εναλλακτικό νησί, όπου το πλοίο παρέδιδε τον κόσμο σε λάντζα και οι λίγοι τουρίστες κοιμόντουσαν σε ταράτσες. Έζησα μαζί του την Αλλαγή, τον πράσινο ήλιο του ΠΑΣΟΚ, είδα και τον Κουτσόγιωργα να πεθαίνει. Αυριανισμό, αυτοκρατορία Κοσκωτά. Ξεφύλλισα το Κλικ. Έφτασα μέχρι τις χαρές! Πήραμε την Ολυμπιάδα! 

Ο Βασίλης-Βασιλάκης άκουσε τα νέα στο κρατητήριο της Ασφάλειας. Αλλά κι εμείς, τώρα που το σκέφτομαι, μπήκαμε σε ένα «κελί». Τζούφιας ευημερίας, ακοπίαστης. Εν δυνάμει «ναρκομανείς». Εξαρτημένοι της κατανάλωσης. Δίπλα στον Βασίλη…" διαβάζω και η φαντασία εξάπτει.

Στα χέρια μου κρατώ «Το Παλτό μου, Μαμά» ένα βιβλίο με συναισθηματικά φορτισμένες σελίδες. Ένα βιβλίο που μέσα από τη ζωή ενός (πολύ γνωστού και αγαπημένου) Βασίλη, με ταξιδεύει στην Αθήνα του ’70, στην Ερμού, στο Κολωνάκι της εποχής, στην εναλλακτική Μύκονο, που ανθρώπινος νους δε χωρά πόσο διαφορετική ήταν. Ο Βασίλης καλείται να αντιμετωπίσει τους δαίμονες του. Το σώμα του βιώνει την απόλυτη έκπτωση, το πνεύμα ατονεί, χάνει την κινητήριο και ζωοφόρο δύναμη του. Η Ρέα Βιτάλη, μεταφέρει στο χαρτί, μία συγκλονιστική περιγραφή. Και από το χαρτί φθάνει, με ταχύτητα φωτός, στην καρδιά μας. Και η καρδιά ενεργοποιεί το συναίσθημα. Με τη σειρά του, το τελευταίο μπορεί να εκδηλωθεί με δάκρυα. Μη ντραπείς να κλάψεις – γιατί, διαβάζοντας το είναι πολύ πιθανόν να συμβεί. Ευχαριστούμε, εκδόσεις Διόπτρα για αυτό.

Εγώ, στο προτείνω ανεπιφύλακτα!

Και Καλές Αναγνώσεις!