Σκυλίσιες ημέρες την εποχή του κορωνοϊού

Ναι υπάρχουν και οι τυχεροί της… υπόθεσης
Κείμενο: Αγγελική Λάλου

Ναι υπάρχουν και οι τυχεροί της… υπόθεσης

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει… και αυτές τις μέρες ζω ένα θαύμα. Εκεί που κάθε μέρα εξαφανίζονταν όλοι από το πρωί. Οι μεγάλοι που με φροντίζουν για να πάνε στη δουλειά τους και τα παιδιά της οικογένειας για να πάνε στο σχολείο και μετά έτρεχαν τις περισσότερες ώρες στις διάφορες δραστηριότητές τους – τώρα εδώ και λίγες μέρες έχουν γίνει σπιτόγατοι. Κι όσο κι αν ξέρεις ότι οτιδήποτε με το συνθετικό «γάτα» δεν μου είναι πάντα ευχάριστο – αυτό το είδος είναι το αγαπημένο μου.

Στην αρχή θορυβήθηκα – ειδικά επειδή ένιωθα την ανησυχία και τον φόβο που τους έχεις καταβάλει. Και αν και αυτός ο φόβος και αυτή η ανησυχία δεν έχουν φύγει ακόμα, ωστόσο εμένα με έχουν όλοι τους κορόνα στο κεφάλι.

Ασχολούνται συνέχεια μαζί μου.

Παίζουν μαζί μου. Ειδικά τα παιδιά που κοντεύουν να τρελαθούν τόσες μέρες στο σπίτι.

Δεν ακούς και τίποτα άλλο όλη τη μέρα «που είναι το μπαλάκι σου» «πιάσε το μπαλάκι σου» - αφού ώρες ώρες μου έρχεται να κρύψω το μπαλάκι… αλλά μετά σκέφτομαι ότι δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει αυτή η χαρά κι έτσι τρέχω να το πιάσω και να τους το ξαναπάω…


Μέχρι και την εκπαίδευσή μου θυμήθηκαν και μου δίνουν προστάγματα για να δουν αν θα υπακούσω – όσο βλέπω ότι κρατάτε στο χέρι λιχουδιά τους κάνω όλα τα χατίρια. Και κάθομαι, και δίνω πατούσα, ακόμα και τούμπες κάνω – αλλά όχι επειδή μου το ζητάνε επειδή, το αξίζουν!

Ακόμα και η διατροφή μου έχει βελτιωθεί σημαντικά. Νομίζω ότι έχει τελειώσει η ξηρά η τροφή μου – κι εκεί που φοβόμουν ότι θα πεθάνω της πείνας… άρχισαν να μου μαγειρεύουν…

Γενικώς πολύ μαγειρεύουν αυτές τις μέρες… κι όλο ψωνίζουν… κι όλο με πάνε βόλτα…

Βρέξει χιονίσει – εκεί που μου έκαναν το γύρω του τετραγώνου μόλις και με το ζόρι τώρα με βγάζουν 3-4 φορές τη μέρα και για αρκετή ώρα…

Μόνο που δεν με πάνε στο πάρκο. Έχω καιρό να δω τους φίλους μου. Συναντάω μόνο κανένα τυχαία στο δρόμο. Αλλά τα αφεντικά μου δεν σταματούν – χαιρετιούνται από μακριά. Απορώ πώς αναγνωρίζονται μεταξύ τους γιατί όλοι έξω φοράνε μάσκα… Εγώ τους αναγνωρίζω έτσι κι αλλιώς από τη μυρωδιά. Από τη μυρωδιά αναγνωρίζω και τον φόβο. Μόνο που δεν αναγνωρίζω ακριβώς τον συγκεκριμένο φόβο. Δεν μπορώ να καταλάβω τι φοβούνται. Αλλά στο γρήγορο συνωμοτικό βλέμμα που ανταλλάσσω με τους φίλους μου βλέπω ότι κι εκείνα ζουν ζωή και κότα… (ναι τρώνε κι εκείνα μαγειρεμένο κοτόπουλο) – κι έτσι ανησυχώ λιγότερο για αυτή την αίσθηση φόβου.


Έχουν γίνει και πολύ τρυφεροί μαζί μου – πάντα ήταν αλλά τώρα το παρακάνουν. Κοντεύουν να με κατσιάσουν από το πολύ χάιδεμα. Μεταξύ τους ωστόσο έχουν κόψει τα πολλά πολλά – ούτε που αγγίζονται. Στο σπίτι δεν φοράνε ευτυχώς μάσκα… αλλά με το που κάποιος βήχει τον βάζουν σε καραντίνα… Είδα και τρόμαξα με αυτή τη λέξη μέχρι να την ξεχωρίσω… στην αρχή νόμιζα ότι άκουγα καραμπίνα και νόμιζα ότι θα πάμε για κυνήγι και δεν μου αρέσουν αυτά… έχω γίνει σκυλί του καναπέ και της αγκαλιάς… κι αυτές τις μέρες περνάω υπέροχα!

Γαβ (τρελό κούνημα ουράς, σάλια ευχαρίστησης, και λαχάνισμα χαράς)