Hollywood: Η «κίτρινη» αναπαράσταση μιας χρυσής εποχής

Ο Ανδρέας Κύρκος είδε την μίνι σειρά του Ryan Murphy στο Netflix και οδηγήθηκε στο ασφαλές συμπέρασμα που συνοψίζει όλη την καριέρατου:ήταν πάντα καλύτερος στο να εντοπίζει μεγάλες ιδέες παρά να εκφράζει μεγάλα συναισθήματα.
Κείμενο: Ανδρέας Κύρκος

Ο Ανδρέας Κύρκος είδε την μίνι σειρά του Ryan Murphy στο Netflix και οδηγήθηκε στο ασφαλές συμπέρασμα που συνοψίζει όλη την καριέρατου:ήταν πάντα καλύτερος στο να εντοπίζει μεγάλες ιδέες παρά να εκφράζει μεγάλα συναισθήματα.

Έχει έναν ξεχωριστό τρόπο να επιλέγει θέματα για τις σειρές που εκτελεί χρέη παραγωγού ο Ryan Murphy. Ο δραστήριος αμερικάνος showrunner σημείωσε αρκετά νωρίς εμπορική επιτυχία με τη νεανική μουσικοχορευτική σειρά Glee(2009-2015) με την οποία αγκάλιαζε το queer περιθώριο στο σχολικό περιβάλλον μέσα από πληθώρα pop διασκευών και άφθονου camp χιούμορ. Με το Nip/Tuck (2003-2010) o Murphy επιχείρησε ένα σχόλιο στη βιομηχανία της ομορφιάς και την κουλτούρα των πλαστικών επεμβάσεων στην Καλιφόρνια. Το κοινό χαρακτηριστικό των δυο αυτών σειρών είναι πως «ξεφούσκωσαν» δραματικά από τον δεύτερο κιόλας κύκλο. Συνέχισαν να σέρνονται για χρόνια και ας ξεχείλωνε η ιστορία τους με αδιανόητα τραβηγμένες εξελίξεις. Ο Murphy έβαζε εμπορικά στοιχήματα τηλεθέασης με γνώμονα την pop κουλτούρα για να προκαλεί την περιέργεια (όχι απαραίτητα το ενδιαφέρον) του κοινού. Την ανάγκη του να σερβίρει στο κοινό φαντασμαγορικά λαϊκά θεάματα την κάλυψε στη συνέχεια με το γκροτέσκο American Horror Story (2011-2019), ένα κοκτέιλ παιδικού τρόμου με camp εντυπωσιασμούς και ψυχαγωγικά “BOO!”.

Οι παραπάνω σειρές μπορεί να μην διεκδικούν δάφνες ποιότητας, όμως καταδεικνύουν το δαιμόνιο πνεύμα του εργατικού Murphy. Εκεί που πραγματικά βρίσκεται το ταλέντο του ίδιου, είναι στην αναπαράσταση «εποχής» και στην αναβίωση ξακουστών ιστοριών από τα tabloids περασμένων δεκαετιών. Κάτι που φάνηκε στο American Crime Story όπου στον πρώτο κύκλο (“The People v. O.J. Simpson”) σχεδίασε μια ομολογουμένως χαζευτική και εθιστική αναπαράσταση της δίκης του O.J. που είχε κλονίσει την κοινή γνώμη, ενώ στον δεύτερο (“The Assassination of Gianni Versace”) πέτυχε να ρίξει φως στην πολύκροτη δολοφονία του σχεδιαστή Gianni Versace. Πολλοί είναι οι θεατές που αγάπησαν τον τρόπο που ο Ryan Murphy αναβίωσε το θέμα του συγκλονιστικού ντοκιμαντέρ Paris Is Burning (1990) με τη σειρά Pose, όπου παρουσίασε με μελοδραματισμό και τρυφερότητα την καταπιεσμένη καλλιτεχνική gay κοινότητα της Νέας Υόρκης στις αρχές της δεκαετίας του '80, χάρη σε ήρωες που έβρισκαν εκφραστική διέξοδο σε διαγωνισμούς χορού και underground πάρτι. Το ανοικονόμητο σενάριο έπνιξε κι εκεί την συνολική εικόνα της σειράς και τις καλές προθέσεις. Ο Ryan Murphy δικαίωσε τους κριτικούς που του χρέωναν αδιαφορία από τη στιγμή που θα έμπαιναν οι σπόροι του σεναρίου στο ξεκίνημα κάθε σειράς που είχε υπό την επίβλεψή του. Ήταν ξεκάθαρο ότι σε mini σειρές δεν έχανε τόσο εύκολα τον μπούσουλα, όπως απέδειξε στο απολαυστικό Feud: Bette and Joan όπου η Jessica Lange και η Susan Sarandon υποδύθηκαν άκρως απολαυστικά την Joan Crawford και την Bette Davis στα παρασκήνια της κλασικής ταινίας What Ever Happened to Baby Jane?.

Το φετινό Hollywood είχε όλα τα φόντα για να επαναλάβει τη συνταγή του Feud. Από τη μια, είχαμε το δυνατό ατού του Murphy: την αναπαράσταση μιας φωταγωγημένης εποχής. Από την άλλη, είχαμε τον περιορισμένο αριθμό επεισοδίων, κάτι που δεν θα επέτρεπε στην ιστορία να ξεσαλώσει με φλυαρίες. Όλα όσα έκαναν τα μαλλιοτραβήγματα και την bitchy κόντρα των δυο σταρ στο Feudνα αποδοθούν σωστά, εδώ δυστυχώς αποτυγχάνουν και το αποτέλεσμα μένει ξεκρέμαστο. Η ιστορία ακολουθεί ένα σύνολο χαρακτήρων που προσπαθεί να πιάσει την καλή στον χώρο του θεάματος. Βρισκόμαστε στην καρδιά του μεταπολεμικού Χόλιγουντ, όταν τα μεγάλα στούντιοδιατηρούσαν την παντοδυναμία τους. Φιλόδοξοι ηθοποιοί, έκφυλοι ατζέντηδες, πονηρές στάρλετ, μεγαλόστομοι παραγωγοί, αριστοκράτες επενδυτές και παρατρεχάμενοι καλλιτέχνες, αναζητούν τη μεγάλη στιγμή που θα παρεισφρήσουν στον κόσμο του ονείρου, με «αναρριχητικό» σεξ, με ερωτικές χάρες και οργιώδη πάρτι σε ακριβές σάλες της Sunset Boulevard. Το αφηγηματικό κοκτέιλ και το μωσαϊκό χαρακτήρων ακούγεται ελκυστικό, αλλά ξεθυμαίνει πιο γρήγορα κι από ένα ποτήρι σαμπάνια. Αν περιμένετε κάποιο διεισδυτικό σχόλιο στην βιομηχανία των στούντιο ή κάποια αξιοθαύμαστη ιστορία παρασκηνίου όπως το Barton Fink ή το The Bad and the Beautiful, μάλλον θα μείνετε απογοητευμένοι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Μια Φορά Κι Έναν Καιρό Στο Χόλιγουντ

Ο Ryan Murphy μάλλον εμπνεύστηκε από την συγκινητική προσπάθεια του Quentin Tarantino να ξαναγράψει τις μαύρες σελίδες της ιστορίας μας μέσα από την αφηγηματική δύναμη και την υποβολή της εικόνας. Όμως δεν υπάρχει όραμα πίσω από τα επτά επεισόδια του Hollywood, ούτε κινηματογραφικό craft. Το βαθύτερο μήνυμα είναι πως ο κόσμος του θεάματος θα μπορούσε να είχε καταφέρει πολλά περισσότερα αν μερικοί άνθρωποι τολμούσαν να σηκώσουν έγκαιρα μπαϊράκι. Ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η ομοφοβία και η κατάχρηση εξουσίας θα είχαν εξαλειφθεί μια ώρα αρχύτερα, αν κάποιοι αφανείς ήρωες τολμούσαν να αλλάξουν τον κόσμο.

Η αλήθεια είναι πως ο Ryan Murphy δεν γνωρίζει την κινηματογραφική ιστορία. Δεν την «διαβάζει» με αγάπη, ώστε να αναδείξει την έξαλλη πλευρά της. Δεν συναισθάνεται τους εργαζόμενους των στούντιο και δεν γνωρίζει σε βάθος την αξία της κινηματογραφικής οθόνης. Αντιλαμβάνεται την ιστορία σαν κουτσομπολιό. Ρίχνει το βάρος σε αδιακρισίες και σε ιστορίες τύπου «ποιος έπαιρνε ποιον». Δεν αφηγείται τις ιστορίες του, αλλά ξεκατινιάζεται παρέα με τον θεατή. Λέει ανέκδοτα από το παρασκήνιο. Γι’ αυτό ήταν πετυχημένο το Feud. Δεν χρειάζονταν να γνωρίζει κανείς κάτι σχετικό με το What Ever Happened to Baby Jane? και τη σπουδαιότητα των δυο σταρ. Θα μπορούσε με την ίδια θέρμη να αναβιώσει την κόντρα της Ζωζώς Σαπουντζάκη με την Καίτη Γκρέυ π.χ. -που δεν έχω ιδέα αν υπήρξε κάτι τέτοιο και μια χαρά θα ήταν αυτή η σειρά. Αυτό που έχει σημασία είναι πως δεν αντιλαμβάνεται τα μεγέθη και την ιστορική αξία των αληθινών προσώπων, ώστε να κερδίσει το δικαίωμα να τον εξιτάρει το kinky παρασκήνιο και η κιτρινίλα των tabloids. Το “dreamland” του Hollywood είναι υπερβολικά ψεύτικο, σαν ξεσκονισμένο ντεκόρ και οι άνθρωποι χρησιμοποιούνται σαν χάρτινα σύμβολα: ο ζιγκολό, η bimbo, ο χαζός, ο όμορφος, το cougar, ο sugar daddy κτλ. Οι απελπιστικά clean-cut χαρακτήρες δεν έχουν βάθος και δεν μπορούν να μας κάνουν να ενδιαφερθούμε για την προσπάθειά τους να φέρουν το diversity στο casting 80 χρόνια νωρίτερα.

Ο Ryan Murphy υπέγραψε ένα 5ετές συμβόλαιο για 300 εκατομμύρια ευρώ με το Netflix πριν δυο χρόνια. Αυτό ήταν το πρώτο σχέδιο της νέα συνεργασίας. Υποσχέθηκε να μεταφέρει σε σειρά τα γεγονότα γύρω από τον θάνατο της Λαίδης Νταϊάνα και το σεξουαλικό σκάνδαλο του Bill Clinton με την Monica Lewinsky. Οι exploitation ιδέες του θα φέρουν σίγουρη τηλεθέαση. Ο Murphy ήταν πάντα καλύτερος στο να εντοπίζει μεγάλες ιδέες παρά να εκφράζει μεγάλα συναισθήματα. Ωστόσο, αμφιβάλλω για το αν έχει ουσιαστική συναισθηματική εμπλοκή με τις πολυσυζητημένες αυτές ιστορίες. Αγοράζει δικαιώματα από στόρι που ξεπούλησαν κουτσομπολίστικα έντυπα, καθώς υποψιάζεται ότι αυτές θα φέρουν τηλεθέαση. Κάποιες ζαριές θα του βγουν, όμως σε καμία περίπτωση δεν τον αφορά καλλιτεχνικά ο αγνός woke ιδεαλισμός του Hollywood. Όχι πως αυτή δεν είναι μια αληθινά προοδευτική σειρά, αλλά ο Ryan Murphy πέφτει στην ίδια παγίδα που είχε πέσει ο Baz Luhrmann με την αποτυχημένη του σειρά The Get Down (2016), ένα πανάκριβο, μουσικοχορευτικό «δαλιανιδικό» υπερθέαμα που κανείς δεν είδε και έπεσε στο κενό.

Πραγματικά, πιστεύω ότι ο ίδιος θεωρεί ότι μπορεί κάλλιστα να σκηνοθετήσει ένα μελόδραμα του Douglas Sirk, μόνο και μόνο επειδή θα ξεπατικώσει την ατμόσφαιρά του και θα βγάλει σε καρμπόν τους ήρωές του. Ευτυχώς, όμως, θα έχουμε πάντα τα χολιγουντιανά αρχέτυπα σαν κριτήριο ποιότητας, όσο οι ανώδυνες τηλεοπτικές σειρές της επικαιρότητας μας κρατάνε χαλαρή συντροφιά.

Το Hollywood είναι διαθέσιμο στην πλατφόρμα του Netflix.

Πηγή