Μεγάλες προσδοκίες για το “Scream 7”, αλλά ...
Στο “Scream 7” η Neve Campbell επιστρέφει ως Sidney Prescott, αυτή τη φορά όχι απλώς ως Final Girl, αλλά ως Final Girl με κόρη κουβαλώντας τρεις δεκαετίες τραύματος. Το ζήτημ αόμως, δεν είναι αν η Sidney αντέχει, αλλά αν αντέχει ακόμη το ίδιο το concept. Η ταινία ξεκινά με μια σκηνή που θυμίζει τις παλιές καλές μέρες: ένα σπίτι-μουσείο αφιερωμένο στον Stu Macher, μια τηλεφωνική κλήση από τον Ghostface, η γνώριμη φωνή του Roger L. Jackson να μυρίζει απειλή με ραδιοφωνική χροιά AM. Είναι ένα prelude που δουλεύει. Έχει ρυθμό, έχει ειρωνεία, έχει την απαραίτητη αυτοαναφορικότητα που έκανε το “Scream” να ξεχωρίσει το 1996.
Η Sidney ζει πλέον ως μητέρα. Η κόρη της, Tatum (ένα όνομα-φόρος τιμής στην αδικοχαμένη φίλη της πρώτης ταινίας), γίνεται κάτι σαν Final Girl in Training. Υπάρχει ένας φίλος που χαμογελά λίγο παραπάνω από όσο πρέπει, ένας κύκλος εφήβων που μοιάζουν να φέρουν πινακίδα “ύποπτος” και μια σειρά φόνων που ακολουθούν τη γνώριμη συνταγή. Όμως το μυστήριο, αντί να πυκνώνει, χάνει την ορμή του. Σαν να ξέρει η ίδια η ταινία ότι το παιχνίδι της αποκάλυψης έχει εξαντληθεί.
Σε μια σκηνή-κλειδί, ο Ghostface αποκαλύπτεται μόνο για να υπενθυμιστεί ότι “συχνά είναι περισσότεροι από ένας”. Ένα meta σχόλιο που ακούγεται πια σαν αυτονόητο. Το “Scream” κάποτε έπαιζε με τους κανόνες του slasher και τους ανέτρεπε. Σήμερα τους επαναλαμβάνει, σαν να διαβάζει σημειώσεις από παλιό VHS. Η ειρωνεία είναι ότι ο Kevin Williamson, ο άνθρωπος που επινόησε το meta slasher πριν από 30 χρόνια επιστρέφει αυτή τη φορά ως σκηνοθέτης. Το αρχικό “Scream” ήταν ένα αιχμηρό σχόλιο πάνω στη λατρεία του τρόμου, ένα παιχνίδι trivia και σφαγής ταυτόχρονα. Στο “Scream 7”, όμως, ο Williamson μοιάζει να έχει εγκαταλείψει την υπερκινητική, εγκεφαλική διάσταση της σειράς. Επιλέγει μια πιο “αναλογική” προσέγγιση, σχεδόν τύπου rebooted “Halloween”: λιγότερη αποδόμηση κι ευθεία σύγκρουση με το παρελθόν.
Το αποτέλεσμα; Ένα sequel που θέλει να μοιάζει περίπλοκο, αλλά τελικά είναι basic. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ίσως η εμμονή με το τραύμα της Sidney. Ο τόνος είναι πιο ειλικρινής, σχεδόν μελαγχολικός. Η Courteney Cox επιστρέφει ως Gale Weathers, αλλά το σχόλιο για τα media είναι πια επιφανειακό. Μόνο η Mindy (Jasmin Savoy Brown) κρατά κάποιες σπίθες horror-snob σχολιασμού κι είναι τόσο καλή σε αυτό που εύχεσαι να είχε περισσότερο χώρο.
Ο Matthew Lillard επανέρχεται με έναν τρόπο που θολώνει τα όρια ανάμεσα σε ζωντανό, νεκρό και deepfake. Η σειρά παίζει με την ιδέα της επιστροφής ενός φαντάσματος, κυριολεκτικού ή ψηφιακού. Είναι ίσως το πιο σύγχρονο σχόλιο που καταφέρνει να αρθρώσει: σήμερα που οι εικόνες ανασταίνονται μέσω τεχνολογίας, ακόμη και οι δολοφόνοι μπορούν να επιστρέψουν ως data.
Κάπου εκεί γεννιέται το κεντρικό ερώτημα: Μας νοιάζει ακόμη ποιος είναι ο Ghostface;
Στα πρώτα “Scream”, η αποκάλυψη είχε σημασία γιατί ήταν μέρος ενός ευρύτερου παιχνιδιού με το είδος. Τώρα, όταν οι προφανείς ύποπτοι αποκλείονται η λύση μοιάζει αυθαίρετη. Η αγωνία δεν είναι υπαρξιακή. Τι μας έμεινε, λοιπόν, από το “Scream 7”;
Μια Sidney που επιμένει. Ένα franchise που παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στη νοσταλγία και στην ανανέωση. Μερικές απολαυστικές στιγμές, αλλά και η αίσθηση ότι το ίδιο το meta slasher έχει εγκλωβιστεί στη φόρμα του. Όταν μια σειρά έχει χτίσει την ταυτότητά της πάνω στην αποδόμηση των κλισέ, τι απομένει όταν τα κλισέ έχουν ήδη αποδομηθεί έξι φορές;
Το “Scream 7” δεν είναι αποτυχία, αλλά μια υπενθύμιση ότι ακόμη και τα πιο αναμενόμενα franchise κινδυνεύουν να γίνουν αυτό που κάποτε σατίριζαν κι ίσως το πραγματικό θύμα εδώ να μην είναι οι έφηβοι του Woodsboro, αλλά η ίδια η ιδέα ότι ο τρόμος μπορεί να είναι ταυτόχρονα έξυπνος και διασκεδαστικός. Η μάσκα του Ghostface παραμένει αναγνωρίσιμη, το βλέμμα πίσω από αυτήν όμως χάνει τη δυναμική του.






