Η καθηγήτρια θεατρολογίας του ΑΠΘ μας θύμισε πως «σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος»

«Προσπάθησα να πάρω θέση εκείνη τη στιγμή. Είμαι δασκάλα, είμαι μάνα, γυναίκα και άνθρωπος. Γι’ αυτό»

Κείμενο: Κατερίνα Ανδρομιδά

Ξυλοδαρμός φοιτητή μέχρι θανάτου, επίθεση με χημικά σε σημείο να λιποθυμήσει φοιτήτρια, συλλήψεις άνευ λόγου και αιτίας, ήταν όλα όσα παρακολουθήσαμε αποτροπιασμένοι κατά την εισβολή των ΜΑΤ στο ΑΠΘ τη Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2021. Οι εικόνες που είδαμε είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές του νέου σχεδίου για τα ΑΕΙ που εφάρμοσε πριν δύο εβδομάδες η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη μαζί με την υπουργό Παιδείας Νίκη Κεραμέως και τον υπουργό προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη.

Ανάμεσα λοιπόν, στις φωτογραφίες της απάνθρωπης βίας που δεν χαρακτηρίζει σε καμία περίπτωση το περιβάλλον του ακαδημαϊκού χώρου, του χώρου μέσα στον οποίο γεννιούνται Ιδέες, ξεχώρισε η στάση της καθηγήτριας θεατρολογίας του Ιδρύματος, κυρίας Κατερίνας Ριτσάτου, η οποία με κίνδυνο τη ζωή της έγινε προστατευτική ασπίδα για έναν φοιτητή, απέναντι στις ασπίδες των ΜΑΤ που όπως σχολίασε η ίδια (και είδαμε κι εμείς) ''Κόντευαν να τον διαμελίσουν κυριολεκτικά''.

«Μπροστά στα μάτια μου, μπροστά στα μάτια όλων μας, μερικοί αστυνομικοί άρχιζαν να χτυπούν και να τραβούν έναν φοιτητή, ένα παιδί. Κόντευαν να το διαμελίσουν κυριολεκτικά, ενώ εμείς, φοιτητές και καθηγητές διαδηλώναμε ειρηνικά. Προσπάθησα να πάρω θέση εκείνη τη στιγμή. Είμαι δασκάλα, είμαι μάνα, γυναίκα και άνθρωπος. Γι’ αυτό».

Κυρία Ριτσάτου, σας ευχαριστούμε για το σημερινό μάθημα... Φωτογραφία από τον Κωνσταντίνο Τσακαλίδη.

Posted by Τμήμα Θεάτρου ΑΠΘ: σε κοινή θέα on Monday, February 22, 2021

 Η κυρία Ριτσάτου μας υπενθύμισε πως «σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος», μας θύμισε ότι στην ουσία όλοι όσοι επιχειρούν να μας σκοτώσουν «μας φοβούνται, και όταν μας σκοτώνουν, νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ».

Ναὶ ἀγαπημένη μου,
ἐμεῖς γι᾿ αὐτὰ τὰ λίγα κι ἁπλὰ πράγματα πολεμᾶμε
γιὰ νὰ μποροῦμε νά ῾χουμε μία πόρτα, ἕν᾿ ἄστρο, ἕνα σκαμνὶ
ἕνα χαρούμενο δρόμο τὸ πρωὶ
ἕνα ἤρεμο ὄνειρο τὸ βράδι.
Γιὰ νά ῾χουμε ἕναν ἔρωτα ποὺ νὰ μὴ μᾶς τὸν λερώνουν
ἕνα τραγούδι ποὺ νὰ μποροῦμε νὰ τραγουδᾶμε

Ὅμως αὐτοὶ σπᾶνε τὶς πόρτες μας
πατᾶνε πάνω στὸν ἔρωτά μας.
Πρὶν ποῦμε τὸ τραγούδι μας
μᾶς σκοτώνουν.

Μᾶς φοβοῦνται καὶ μᾶς σκοτώνουν.
Φοβοῦνται τὸν οὐρανὸ ποὺ κοιτάζουμε
φοβοῦνται τὸ πεζούλι ποὺ ἀκουμπᾶμε
φοβοῦνται τὸ ἀδράχτι τῆς μητέρας μας καὶ τὸ ἀλφαβητάρι τοῦ παιδιοῦ μας
φοβοῦνται τὰ χέρια σου ποὺ ξέρουν νὰ ἀγγαλιάζουν τόσο τρυφερὰ
καὶ νὰ μοχτοῦν τόσο ἀντρίκια
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ λέμε οἱ δυό μας μὲ φωνὴ χαμηλωμένη
φοβοῦνται τὰ λόγια ποὺ θὰ λέμε αὔριο ὅλοι μαζὶ
μᾶς φοβοῦνται, ἀγάπη μου, καὶ ὅταν μᾶς σκοτώνουν
νεκροὺς μᾶς φοβοῦνται πιὸ πολύ.

Τάσος Λειβαδίτης