Το να επιλέγεις θεωρείται προνόμιο, αλλά συχνά βιώνεται ως βάρος.
Πριν μερικά χρόνια το πρόβλημα ήταν η έλλειψη επιλογών. Τι δουλειά θα κάνεις, που θα ζήσεις, ποιον θα παντρευτείς, τι ζωή θα ζήσεις. Τα μονοπάτια ήταν λίγα, σχεδόν προκαθορισμένα και η κοινωνία φρόντιζε να σε σπρώχνει διακριτικά προς αυτά. Σήμερα το πρόβλημα μοιάζει αντίστροφο: έχεις άπειρες επιλογές και καμία σιγουριά. Αυτό το φαινόμενο αντί να απελευθερώνει σε παραλύει. Όλοι μας λίγο πολύ έχουμε ακούσει το μότο «μπορείς να είσαι ό,τι θέλεις». Να αλλάξεις καριέρα στα 35, χώρα στα 40, ταυτότητα όσες φορές χρειαστεί. Να φύγεις, να μείνεις, να δοκιμάσεις, να ρισκάρεις, να μη συμβιβαστείς. Η επιλογή παρουσιάζεται ως απόλυτη αξία, σχεδόν ως ηθικό καθήκον. Αν δεν είσαι ευτυχισμένος, φταις που δε διάλεξες σωστά. Αν κουράστηκες μάλλον δε βρήκες το “πάθος” σου. Αν βαριέσαι, υπάρχει πάντα κάτι καλύτερο εκεί έξω. Ατομική ευθύνη στα πάντα, μέχρι πότε όμως;
Αναζητείται η συλλογική υπευθυνότητα.
Το αποτέλεσμα ένα διάχυτο, επίμονο άγχος, αυτό της επιλογής. Ο φόβος ότι ό,τι κι αν διαλέξεις, κάτι άλλο χάνεται. Κάθε απόφαση είναι ταυτόχρονα και μια μικρή απώλεια, κάθε “ναι” κρύβει δεκάδες “όχι” που θα σε στοιχειώνουν. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται εξαντλημένοι, επειδή έχουν πάρα πολλές επιλογές. Σύγχυση, αποπροσανατολισμός και τελικά παραίτηση κυριαρχούν. Αυτό το άγχος γίνεται ιδιαίτερα έντονο σε ηλικίες που θεωρητικά θα έπρεπε να “ξέρεις ποιος είσαι”. Στα 25, στα 30, στα 35. Εκεί που παλιότερα η κοινωνία περίμενε σταθερότητα, σήμερα περιμένει ευελιξία. Να είσαι ανοιχτός, προσαρμοστικός, έτοιμος να αλλάξεις πορεία. Όμως η διαρκής δυνατότητα αλλαγής φθείρει. Σε κρατά σε μια μόνιμη κατάσταση αναμονής, σαν να μην ξεκινά ποτέ πραγματικά η ζωή, γιατί πάντα υπάρχει η επόμενη επιλογή που ίσως είναι πιο σωστή.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ψυχολογικό, είναι βαθιά πολιτισμικό. Η αγορά λατρεύει τις επιλογές. Όσο περισσότερες, τόσο καλύτερα, γιατί η αναποφασιστικότητα είναι εξαιρετικός καταναλωτής. Ο άνθρωπος που αμφιβάλλει, που φοβάται να δεσμευτεί, που νιώθει ότι πάντα του λείπει κάτι, είναι ο ιδανικός πελάτης. Θα αγοράσει εμπειρίες, σεμινάρια, apps, retreats, podcasts αυτοβελτίωσης. Όλα υπόσχονται να τον βοηθήσουν να “διαλέξει σωστά”, χωρίς ποτέ να του πουν ότι ίσως το πρόβλημα δεν είναι η επιλογή, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να επιλέξει.
Σπάνια μιλάμε για τα όρια. Για το γεγονός ότι δεν μπορούν όλοι να επιλέξουν τα πάντα, ότι η ελευθερία επιλογής συχνά είναι προνόμιο, ίτι άλλος επιλέγει ανάμεσα σε πέντε καριέρες κι άλλος ανάμεσα σε πέντε κακοπληρωμένες δουλειές. Όμως το άγχος της επιλογής λειτουργεί οριζόντια: ακόμη κι αυτοί που έχουν περισσότερες δυνατότητες νιώθουν συχνά πιο παγιδευμένοι, γιατί η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά τους ίδιους. Αν αποτύχουν, δεν υπάρχει σύστημα να κατηγορήσουν παρά μόνο τον εαυτό τους. Έτσι γεννιέται μια νέα μορφή ενοχής. Δε φταίω που τα πράγματα είναι δύσκολα, φταίω που δεν τα διαχειρίστηκα σωστά. Δε φταίει η αγορά εργασίας, φταίει που δεν έκανα το σωστό pivot. Δε φταίει η επισφάλεια, φταίει που δεν “επένδυσα” σωστά στον εαυτό μου. Το άγχος της επιλογής μετατρέπει τις κοινωνικές συνθήκες σε προσωπική αποτυχία.
Το αντίδοτο στο άγχος της επιλογής είναι περισσότερη κριτική σκέψη κι ανάλογη προτεραιοποίηση. Ας αποδεχτούμε ότι καμία επιλογή δε θα μας ολοκληρώσει πλήρως. Ότι θα χάσουμε πράγματα, ό,τι κι αν κάνουμε. Ότι η σταθερότητα δεν είναι ήττα και η αλλαγή δεν είναι πάντα λύση. Ότι η δέσμευση, σε μια δουλειά, σε έναν άνθρωπο, σε έναν τόπο, δεν είναι παγίδα, αλλά τρόπος να ζήσεις κάτι. Σε έναν κόσμο με άπειρες επιλογές το πραγματικό θάρρος ίσως δεν είναι να διαλέγεις διαρκώς, αλλά να μένεις. Να αντέχεις την αβεβαιότητα, χωρίς να τρέχεις κάθε φορά προς την επόμενη υπόσχεση γιατί τελικά, το άγχος της επιλογής δε γεννιέται από την ελευθερία, αλλά από την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει μια επιλογή που θα μας απαλλάξει από την ανθρώπινη αβεβαιότητα κι αυτή δυστυχώς ή ευτυχώς δεν υπάρχει.






