Νέα ανάλυση δείχνει ότι η απώλεια βάρους δεν διατηρείται μακροπρόθεσμα χωρίς συνολική στρατηγική.


Τα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας έχουν παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια ως μια από τις πιο αποτελεσματικές λύσεις για την απώλεια βάρους, ειδικά για άτομα που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε διατροφικά ή συμπεριφορικά προγράμματα. Ωστόσο, νέα μεγάλης κλίμακας ανάλυση έρχεται να υπενθυμίσει ότι το αποτέλεσμα αυτών των θεραπειών δεν είναι μόνιμο όταν η φαρμακευτική αγωγή διακόπτεται. Σύμφωνα με τα δεδομένα, τα κιλά που χάνονται τείνουν να επιστρέφουν μέσα σε διάστημα περίπου δύο ετών, μαζί με τους περισσότερους δείκτες υγείας που είχαν βελτιωθεί.

Η μελέτη βασίστηκε σε στοιχεία από 9.341 υπέρβαρους ή παχύσαρκους ασθενείς που συμμετείχαν σε 37 διαφορετικές έρευνες και έλαβαν συνολικά 18 διαφορετικά φάρμακα απώλειας βάρους. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι συμμετέχοντες έχασαν κατά μέσο όρο 8,3 κιλά. Ωστόσο, μετά τη διακοπή της αγωγής, άρχισαν να ανακτούν βάρος με ρυθμό περίπου 0,4 κιλά τον μήνα, με αποτέλεσμα μέσα σε 1,7 έτος να επιστρέφουν στο αρχικό τους βάρος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι σχεδόν οι μισοί ασθενείς είχαν λάβει φάρμακα τύπου GLP 1, δηλαδή ουσίες που μιμούνται ορμόνες του οργανισμού οι οποίες σχετίζονται με το αίσθημα κορεσμού και τον έλεγχο της όρεξης. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη, γνωστές στο ευρύ κοινό από τα εμπορικά τους ονόματα Ozempic, Wegovy, Mounjaro και Zepbound. Τα συγκεκριμένα φάρμακα θεωρούνται από τα πιο αποτελεσματικά, καθώς οδηγούν σε μεγαλύτερη αρχική απώλεια βάρους.

Παρά τη θεαματική αρχική ανταπόκριση, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο ρυθμός επανάκτησης των κιλών μετά τη διακοπή ήταν ταχύτερος σε όσους είχαν λάβει αυτά τα φάρμακα και έφτανε κατά μέσο όρο τα 0,8 κιλά τον μήνα. Όπως εξηγεί ο επικεφαλής της μελέτης Δημήτρης Κουτουκίδης από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όσοι χάνουν περισσότερα κιλά στην αρχή, τελικά επιστρέφουν σχεδόν ταυτόχρονα στο βάρος από το οποίο ξεκίνησαν.

Το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο στο σωματικό βάρος. Παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου όπως η αρτηριακή πίεση και τα επίπεδα χοληστερόλης, που συχνά βελτιώνονται αισθητά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, τείνουν επίσης να επανέρχονται στα αρχικά επίπεδα μέσα σε περίπου 1,4 έτος από τη διακοπή των φαρμάκων.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι η ταχύτερη επανάκτηση βάρους παρατηρείται μετά τη φαρμακευτική αγωγή σε σύγκριση με προγράμματα συμπεριφορικής διαχείρισης βάρους, ανεξάρτητα από το πόσα κιλά έχει χάσει κάποιος. Παρ’ όλα αυτά, η ανάλυση δεν μπόρεσε να προσδιορίσει ποιοι ασθενείς είναι πιθανότερο να διατηρήσουν την απώλεια βάρους μακροπρόθεσμα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα ευρήματα δεν υποδηλώνουν αποτυχία των φαρμάκων. Αντίθετα, αναδεικνύουν τη φύση της παχυσαρκίας ως μια χρόνια και υποτροπιάζουσα νόσο που απαιτεί μακροχρόνια διαχείριση. Όπως επισημαίνει ο δρ Σαμ Γουέστ από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, τα φάρμακα μπορούν να έχουν μετασχηματιστική επίδραση, αλλά η βραχυπρόθεσμη χρήση τους χωρίς συνολική στρατηγική δεν επαρκεί.

Το βασικό μήνυμα της έρευνας είναι ότι η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό εργαλείο, όχι όμως μια αυτόνομη λύση. Η διατήρηση της απώλειας βάρους φαίνεται να προϋποθέτει συνδυασμό παρεμβάσεων, αλλαγές στον τρόπο ζωής και έμφαση στην πρόληψη, ώστε το αποτέλεσμα να μην είναι προσωρινό αλλά βιώσιμο.