Το "Grotesque" έχει γράψει ιστορία και ο μύθος του γυρνάει στο μυαλό.


Κάποιες ταινίες κρύβονται πίσω από το ύφος τους, πίσω από την αισθητική, τη μουσική, την “ατμόσφαιρα”. Κάποιες άλλες σου λένε από τον τίτλο τι πρόκειται να συμβεί. Ο Koji Shiraishi, το 2009, διάλεξε τη δεύτερη διαδρομή. Ονόμασε το πόνημά του "Grotesque" και το εννοούσε. Η ταινία είναι στην επιφάνειά της μια απλή υπόθεση. Ένα ζευγάρι στο πρώτο του ραντεβού. Ένας γιατρός που τους απαγάγει, ένα δωμάτιο βασανιστηρίων, τρία πρόσωπα. Καμία διαφυγή, καμία ψευδαίσθηση ότι “κάτι μεγαλύτερο” θα συμβεί. Το μεγαλύτερο είναι ήδη εκεί: η ωμή βία

Το Grotesque συχνά μπαίνει στο ίδιο ράφι με το λεγόμενο “torture porn” των mid-2000s. Saw. Hostel. Η εμπορική εκδοχή του βασανισμού ως διασκέδαση. Ο Shiraishi δεν ενδιαφέρεται για το παιχνίδι, δεν στήνει παγίδες, δε δίνει ηθικά διλήμματα, δεν προσφέρει λύση, παίρνει το είδος και το "ξεγυμνώνει". Ο γιατρός της ταινίας κάνει ό,τι κάνει επειδή τίποτα άλλο δεν τον διεγείρει πια. Αυτή η απάντηση, σχεδόν κυνικά απλή είναι η πιο ενοχλητική διάσταση της ταινίας. Δεν υπάρχει “σύστημα” πίσω από τη βία. Υπάρχει πλήξη. Όταν η πλήξη συναντά την απόλυτη δύναμη, γεννιέται το αδιανόητο

Η πιο αρρωστημένη λεπτομέρεια είναι η στιγμή που ο γιατρός περνά σε “ιατρικό mode”. Ράβει, θεραπεύει, σώζει, όχι από την αίσθηση του χρέους, τον σεβασμό στον όρκο του ή από οίκτο, αλλά από την ανάγκη να συνεχίσει. Παρατείνει τη ζωή για να παρατείνει τον πόνο. Εκεί η ταινία παύει να είναι splatter, γίνεται σχόλιο πάνω στη φύση της εξουσίας. Το πιο ύπουλο σημείο έρχεται όταν ο γιατρός δείχνει μεταμέλεια. Προσφέρει όλη του την περιουσία ως αποζημίωση. Για μια στιγμή, η ταινία μοιάζει να ανοίγει ρωγμή να υπαινίσσεται ότι υπάρχει συνείδηση. Είναι αυτή η ρωγμή αληθινή ή απλώς άλλο ένα παιχνίδι; 

Ο Shiraishi σε αφήνει να αναρωτιέσαι γιατί βλέπεις, γιατί άντεξες μέχρι εκεί και κυρίως να αναρωτιέσαι γιατί άλλες μορφές βίας καταναλώνονται με ποπ κορν, ενώ αυτή απαγορεύτηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο.  Το ερώτημα δεν είναι αν το Grotesque είναι σκληρό. Το ζήτημα είναι τι το κάνει “πιο απαράδεκτο” από το Saw ή το Hostel. Στο τέλος της ημέρας όλα δείχνουν ανθρώπινα σώματα να διαλύονται, γιατί το ένα είναι cult entertainment και το άλλο banned; 

Η διαφορά ίσως βρίσκεται στην απουσία πλαισίου. Το Saw έχει κανόνες. Έχει ηθική “δοκιμασία”. Έχει λογική αιτίας-αποτελέσματος. Το Hostel έχει κοινωνικό σχόλιο, έστω και χονδροκομμένο. Το Grotesque δεν έχει τίποτα από αυτά. Δεν προσφέρει αφήγηση που να “νομιμοποιεί” τη βία, δεν ντύνει με αλληγορία, δεν την εξηγεί με κοινωνικό υπόβαθρο κι ίσως αυτό είναι που μας τρομάζει περισσότερο. Δεν είναι η ποσότητα του αίματος, αλλά η απουσία νοήματος. 

Ο Shiraishi δεν είναι τυχαίος σκηνοθέτης. Έχει υπογράψει το Noroi: The Curse, μία από τις πιο ευφυείς ταινίες ιαπωνικού τρόμου. Ξέρει τι κάνει. Στο Grotesque μοιάζει να τραβά μια γραμμή στην άμμο. Να λέει: μέχρι πού αντέχετε; Το φιλμ λειτουργεί σαν καθρέφτης για τον θεατή του horror. Σε αναγκάζει να αναμετρηθείς με τη δική σου απευαισθητοποίηση. Γιατί γελάς σε ένα slasher, γιατί χειροκροτείς μια “έξυπνη” παγίδα; Πότε η βία γίνεται “διασκεδαστική” και πότε “απαράδεκτη”; 

Το Grotesque δεν δίνει εύκολες απαντήσεις. 

Θα μπορούσε κάποιος να το απορρίψει ως σοκ ακραίας πρόκλησης. Το Grotesque δεν είναι ταινία για όλους. Δεν είναι καν ταινία που “προτείνεται”. Είναι εμπειρία που δοκιμάζει όρια. κι ίσως η μεγαλύτερη πρόκλησή του δεν είναι όσα δείχνει, αλλά όσα αποκαλύπτει για εκείνους που επιλέγουν να τα δουν.