Ο Tom Hanks σε ένα ακόμα μεγάλο στοίχημα της καριέρας του

 

Κάποιες στιγμές το Χόλιγουντ θυμάται ότι η Ιστορία δεν είναι μόνο μεγάλα γεγονότα, αλλά και μικρές προσωπικές ρωγμές. Αν υπάρχει μία ρωγμή που όσο κι αν την κοιτάς δεν κλείνει ποτέ είναι αυτή ενός πατέρα που χάνει το παιδί του. Εκεί ακριβώς πατάει το “Lincoln in the Bardo", η κινηματογραφική διασκευή του best-seller μυθιστορήματος του George Saunders (2017), με τον Tom Hanks να ετοιμάζεται να ενσαρκώσει τον Αβραάμ Λίνκολν στην ανθρώπινη διάστασή του. 

Η είδηση έχει κάτι από κινηματογραφική “σεισμική δόνηση” με χαμηλό, βαρύ ήχο: ο Hanks, ο ηθοποιός που έχει χτίσει μια ολόκληρη καριέρα πάνω στην αξιοπιστία του συναισθήματος θα υποδυθεί τον 16ο πρόεδρο των ΗΠΑ σε μια ταινία που από τη φύση της δε θέλει να μοιάζει με παραδοσιακό βιογραφικό δράμα. Ο Duke Johnson, ο δημιουργός που συνυπέγραψε το υποψήφιο για Όσκαρ “Anomalisa” (2015), σκηνοθετεί ένα υβρίδιο live-action και stop-motion animation σε παραγωγή Starburns Industries με τα γυρίσματα να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη στο Λονδίνο. Αυτό το τρίπτυχo φτιάχνει ένα περίεργο, γοητευτικό μείγμα: συγκίνηση, λογοτεχνική ιδιοτυπία και μια σκηνοθετική γλώσσα που ξέρει να κάνει το “ανείπωτο” εικόνα. 

Για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο, το «Lincoln in the Bardo» δεν είναι μια απλή αφήγηση για τον Λίνκολν. Είναι ένα παράξενο, πολυφωνικό πένθος, ένα λογοτεχνικό νεκροταφείο από φωνές που ψιθυρίζουν, σχολιάζουν, παρηγορούν ή σαρκάζουν την ίδια την ιδέα της μετάβασης. Η ιστορία επικεντρώνεται στη σχέση του Λίνκολν με τον 11χρονο γιο του, Willie Lincoln που πεθαίνει και στον τρόπο που αυτό το γεγονός διαλύει το “δημόσιο πρόσωπο” μέσα στο πιο ιδιωτικό σκοτάδι. Το Bardo γίνεται εδώ κυριολεκτικά και μεταφορικά ένας ενδιάμεσος χώρος: ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, ανάμεσα στην Ιστορία και στο σώμα, ανάμεσα στο καθήκον και στην αδυναμία. 

Το κρίσιμο είναι ότι ο Johnson δεν διαλέγει την εύκολη οδό του πρεστίζ. Δεν πάει να ξανακάνει έναν δεύτερο “Lincoln” τύπου Σπίλμπεργκ, όπου ο Daniel Day-Lewis κέρδισε Όσκαρ Α’ Ανδρικού το 2012 και ο πρόεδρος παρουσιαζόταν ως τεράστιος πολιτικός νους μέσα σε θεσμικούς διαδρόμους. Εδώ μοιάζει να πηγαίνουμε αλλού: σε μια ταινία όπου το ιστορικό βάρος θα υπάρχει, αλλά θα λειτουργεί σαν βουβό φόντο, ενώ μπροστά θα παίζεται το πραγματικό δράμα αυτό που δε χωράει σε ομιλίες και διαγγέλματα κι εκεί ο Χανκς είναι θεωρητικά το τέλειο εργαλείο: έχει αυτή την παράξενη ικανότητα να σε κάνει να πιστέψεις πως ένας “μεγάλος άνδρας” μπορεί να καταρρεύσει μπροστά σου χωρίς να γίνει μελό. 

Το σενάριο το υπογράφει ο ίδιος ο Saunders κάτι που συνήθως είναι δίκοπο μαχαίρι στις μεταφορές από τη λογοτεχνία. Από τη μία διασφαλίζει ότι ο πυρήνας του έργου δε θα γίνει πιο εύπεπτος, από την άλλη θέτει το ερώτημα: πώς κινηματογραφείς μια φόρμα που στο χαρτί χτίζεται με αποσπάσματα, παραπομπές, φωνές, σπασμένη αφήγηση; Εκεί μπαίνει το stop-motion σαν αισθητική λύση, όχι σαν “τρικ”. Το stop-motion έχει πάντα μια αίσθηση του κατασκευασμένου, του εύθραυστου σαν να βλέπεις τη ψυχή να κινείται καρέ-καρέ. Αυτό ταιριάζει στον κόσμο του Bardo, όπου τίποτα δεν είναι σταθερό, ούτε καν η ίδια η πραγματικότητα. 

Τα ονόματα και στην παραγωγή λένε πολλά: Hanks και Gary Goetzman για την Playtone, μαζί με τον Johnson και τους Paul Young, Devon Young Rabinowitz για τη Starburns. Εκτελεστικοί παραγωγοί οι Saunders, Steven Shareshian, Aaron Mitchell. Είναι ένα σχήμα που μυρίζει “σοβαρό project”, όχι απλώς ακόμη μία ιστορική ταινία με διάσημο πρόσωπο. Άλλωστε, το βιβλίο του Saunders δεν είναι τυχαίο: κέρδισε το Booker Prize (2017) και έβαλε πολλούς αναγνώστες σε μια κατάσταση όπου η θλίψη δεν είναι μόνο αίσθημα, αλλά και μηχανισμός αφήγησης. 

Η επιλογή του Hanks ως Λίνκολν έρχεται και πάνω σε ένα κύμα νέων αναπαραστάσεων του προέδρου στην ποπ κουλτούρα. Πρόσφατα είδαμε τον Hamish Linklater να τον υποδύεται στη σειρά “Manhunt” (Apple TV+, 2024), ενώ το Broadway έκανε κάτι τελείως διαφορετικό με το “Oh, Mary!”, μια κωμική εκδοχή που “πειράζει” την προσωπική του ζωή και κέρδισε πολλά βραβεία. Ο Λίνκολν επιστρέφει ξανά και ξανά σαν σύμβολο που κάθε εποχή το ξαναμοντάρει ανάλογα με τις ανάγκες της: άλλοτε άγαλμα, άλλοτε meme, άλλοτε τραγωδία. 

Ο Χανκς πάντως βρίσκεται σε μια φάση που μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στο παλιό σταθερό του προφίλ και σε μια διάθεση να μπλέξει με πιο αλλόκοτες μορφές αφήγησης. Πρόσφατα εμφανίστηκε στα «The Phoenician Scheme», «Here» και «Freaky Tales», ενώ επιστρέφει ως η φωνή του Woody στο «Toy Story 5» που αναμένεται το καλοκαίρι από τη Disney κι ακολουθεί το «Greyhound 2», ένα ακόμη πολεμικό δράμα αυτή τη φορά με τον Aaron Schneider. Μέσα σε αυτά, το “Lincoln in the Bardo” ξεχωρίζει γιατί δεν είναι «άλλη μία μεγάλη παραγωγή», αλλά ένα έργο που ζητά από τον πρωταγωνιστή του να παίξει κάτι που δε “σηκώνεται” εύκολα: τη σιωπή. 

Στο τέλος αυτό είναι το στοίχημα της ταινίας, όχι να μας πείσει ότι ο Λίνκολν ήταν σημαντικός αυτό το ξέρουν όλοι. Να μας κάνει να νιώσουμε, έστω για λίγο ότι πίσω από το πρόσωπο της Ιστορίας υπάρχει ένα δωμάτιο σκοτεινό, όπου ένας πατέρας σκύβει πάνω από την απώλεια και δε βρίσκει λέξεις.  

 

*με στοιχεία από το Hollywood Reporter


Ο Tom Hanks σε ένα ακόμα μεγάλο στοίχημα της καριέρας του

 

Κάποιες στιγμές το Χόλιγουντ θυμάται ότι η Ιστορία δεν είναι μόνο μεγάλα γεγονότα, αλλά και μικρές προσωπικές ρωγμές. Αν υπάρχει μία ρωγμή που όσο κι αν την κοιτάς δεν κλείνει ποτέ είναι αυτή ενός πατέρα που χάνει το παιδί του. Εκεί ακριβώς πατάει το “Lincoln in the Bardo", η κινηματογραφική διασκευή του best-seller μυθιστορήματος του George Saunders (2017), με τον Tom Hanks να ετοιμάζεται να ενσαρκώσει τον Αβραάμ Λίνκολν στην ανθρώπινη διάστασή του. 

Η είδηση έχει κάτι από κινηματογραφική “σεισμική δόνηση” με χαμηλό, βαρύ ήχο: ο Hanks, ο ηθοποιός που έχει χτίσει μια ολόκληρη καριέρα πάνω στην αξιοπιστία του συναισθήματος θα υποδυθεί τον 16ο πρόεδρο των ΗΠΑ σε μια ταινία που από τη φύση της δε θέλει να μοιάζει με παραδοσιακό βιογραφικό δράμα. Ο Duke Johnson, ο δημιουργός που συνυπέγραψε το υποψήφιο για Όσκαρ “Anomalisa” (2015), σκηνοθετεί ένα υβρίδιο live-action και stop-motion animation σε παραγωγή Starburns Industries με τα γυρίσματα να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη στο Λονδίνο. Αυτό το τρίπτυχo φτιάχνει ένα περίεργο, γοητευτικό μείγμα: συγκίνηση, λογοτεχνική ιδιοτυπία και μια σκηνοθετική γλώσσα που ξέρει να κάνει το “ανείπωτο” εικόνα. 

Για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο, το «Lincoln in the Bardo» δεν είναι μια απλή αφήγηση για τον Λίνκολν. Είναι ένα παράξενο, πολυφωνικό πένθος, ένα λογοτεχνικό νεκροταφείο από φωνές που ψιθυρίζουν, σχολιάζουν, παρηγορούν ή σαρκάζουν την ίδια την ιδέα της μετάβασης. Η ιστορία επικεντρώνεται στη σχέση του Λίνκολν με τον 11χρονο γιο του, Willie Lincoln που πεθαίνει και στον τρόπο που αυτό το γεγονός διαλύει το “δημόσιο πρόσωπο” μέσα στο πιο ιδιωτικό σκοτάδι. Το Bardo γίνεται εδώ κυριολεκτικά και μεταφορικά ένας ενδιάμεσος χώρος: ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, ανάμεσα στην Ιστορία και στο σώμα, ανάμεσα στο καθήκον και στην αδυναμία. 

Το κρίσιμο είναι ότι ο Johnson δεν διαλέγει την εύκολη οδό του πρεστίζ. Δεν πάει να ξανακάνει έναν δεύτερο “Lincoln” τύπου Σπίλμπεργκ, όπου ο Daniel Day-Lewis κέρδισε Όσκαρ Α’ Ανδρικού το 2012 και ο πρόεδρος παρουσιαζόταν ως τεράστιος πολιτικός νους μέσα σε θεσμικούς διαδρόμους. Εδώ μοιάζει να πηγαίνουμε αλλού: σε μια ταινία όπου το ιστορικό βάρος θα υπάρχει, αλλά θα λειτουργεί σαν βουβό φόντο, ενώ μπροστά θα παίζεται το πραγματικό δράμα αυτό που δε χωράει σε ομιλίες και διαγγέλματα κι εκεί ο Χανκς είναι θεωρητικά το τέλειο εργαλείο: έχει αυτή την παράξενη ικανότητα να σε κάνει να πιστέψεις πως ένας “μεγάλος άνδρας” μπορεί να καταρρεύσει μπροστά σου χωρίς να γίνει μελό. 

Το σενάριο το υπογράφει ο ίδιος ο Saunders κάτι που συνήθως είναι δίκοπο μαχαίρι στις μεταφορές από τη λογοτεχνία. Από τη μία διασφαλίζει ότι ο πυρήνας του έργου δε θα γίνει πιο εύπεπτος, από την άλλη θέτει το ερώτημα: πώς κινηματογραφείς μια φόρμα που στο χαρτί χτίζεται με αποσπάσματα, παραπομπές, φωνές, σπασμένη αφήγηση; Εκεί μπαίνει το stop-motion σαν αισθητική λύση, όχι σαν “τρικ”. Το stop-motion έχει πάντα μια αίσθηση του κατασκευασμένου, του εύθραυστου σαν να βλέπεις τη ψυχή να κινείται καρέ-καρέ. Αυτό ταιριάζει στον κόσμο του Bardo, όπου τίποτα δεν είναι σταθερό, ούτε καν η ίδια η πραγματικότητα. 

Τα ονόματα και στην παραγωγή λένε πολλά: Hanks και Gary Goetzman για την Playtone, μαζί με τον Johnson και τους Paul Young, Devon Young Rabinowitz για τη Starburns. Εκτελεστικοί παραγωγοί οι Saunders, Steven Shareshian, Aaron Mitchell. Είναι ένα σχήμα που μυρίζει “σοβαρό project”, όχι απλώς ακόμη μία ιστορική ταινία με διάσημο πρόσωπο. Άλλωστε, το βιβλίο του Saunders δεν είναι τυχαίο: κέρδισε το Booker Prize (2017) και έβαλε πολλούς αναγνώστες σε μια κατάσταση όπου η θλίψη δεν είναι μόνο αίσθημα, αλλά και μηχανισμός αφήγησης. 

Η επιλογή του Hanks ως Λίνκολν έρχεται και πάνω σε ένα κύμα νέων αναπαραστάσεων του προέδρου στην ποπ κουλτούρα. Πρόσφατα είδαμε τον Hamish Linklater να τον υποδύεται στη σειρά “Manhunt” (Apple TV+, 2024), ενώ το Broadway έκανε κάτι τελείως διαφορετικό με το “Oh, Mary!”, μια κωμική εκδοχή που “πειράζει” την προσωπική του ζωή και κέρδισε πολλά βραβεία. Ο Λίνκολν επιστρέφει ξανά και ξανά σαν σύμβολο που κάθε εποχή το ξαναμοντάρει ανάλογα με τις ανάγκες της: άλλοτε άγαλμα, άλλοτε meme, άλλοτε τραγωδία. 

Ο Χανκς πάντως βρίσκεται σε μια φάση που μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στο παλιό σταθερό του προφίλ και σε μια διάθεση να μπλέξει με πιο αλλόκοτες μορφές αφήγησης. Πρόσφατα εμφανίστηκε στα «The Phoenician Scheme», «Here» και «Freaky Tales», ενώ επιστρέφει ως η φωνή του Woody στο «Toy Story 5» που αναμένεται το καλοκαίρι από τη Disney κι ακολουθεί το «Greyhound 2», ένα ακόμη πολεμικό δράμα αυτή τη φορά με τον Aaron Schneider. Μέσα σε αυτά, το “Lincoln in the Bardo” ξεχωρίζει γιατί δεν είναι «άλλη μία μεγάλη παραγωγή», αλλά ένα έργο που ζητά από τον πρωταγωνιστή του να παίξει κάτι που δε “σηκώνεται” εύκολα: τη σιωπή. 

Στο τέλος αυτό είναι το στοίχημα της ταινίας, όχι να μας πείσει ότι ο Λίνκολν ήταν σημαντικός αυτό το ξέρουν όλοι. Να μας κάνει να νιώσουμε, έστω για λίγο ότι πίσω από το πρόσωπο της Ιστορίας υπάρχει ένα δωμάτιο σκοτεινό, όπου ένας πατέρας σκύβει πάνω από την απώλεια και δε βρίσκει λέξεις.  

 

*με στοιχεία από το Hollywood Reporter