Όταν η Margot Robbie λέει “κάνουμε ταινίες για όσους αγοράζουν εισιτήριο, όχι για τους κριτικούς” αγγίζει τον πυρήνα μιας παλιάς, άβολης σύγκρουσης στο σινεμά: ποιος είναι τελικά ο τελικός “κριτής” μιας ταινίας;
Η δήλωση της Margot Robbie (Μάρκο Ρόμπι) είναι απλή «Ποτέ δεν έχω βρεθεί σε σετ και να σκέφτομαι τι θα πουν οι κριτικοί. Σκέφτομαι τι θα νιώσει το κοινό». Στον κόσμο της βιομηχανίας, όπου κάθε φράση ζυγίζεται, αυτή η τοποθέτηση δεν είναι ουδέτερη, αποτελεί στρατηγική κι είναι μία πολιτισμική δήλωση. Η Robbie, παραγωγός και πρωταγωνίστρια στο “Ανεμοδαρμένα Ύψη” της Emerald Fennell μιλά από θέση ισχύος. Τα “Ανεμοδερμένα Ύψη” άνοιξαν στην κορυφή του box office, αλλά προκάλεσαν διχασμό στους κριτικούς. Εκεί βρίσκεται η αφορμή και το κλειδί. Η Robbie δε μιλά για αποδοχή, αλλά για αντίδρασγη, για συναισθηματικό αποτύπωμα, για το αν το κοινό θα νιώσει κάτι, έστω και αν αυτό είναι ενόχληση.
Η βιομηχανία του σινεμά ζει εδώ και δεκαετίες με μια υπόγεια ένταση: εμπορική επιτυχία ή κριτική αναγνώριση; Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα ταινιών που απέτυχαν εμπορικά και αποθεώθηκαν αργότερα και το αντίστροφο. Όμως στην εποχή των social media και του άμεσου box office tracking, η πίεση για άμεση ανταπόκριση του κοινού είναι εντονότερη από ποτέ.
Η Robbie το διατυπώνει ως εξής: «Κάνε ταινίες για αυτούς που αγοράζουν εισιτήρια». Είναι μια θέση που ακούγεται σχεδόν αυτονόητη. Το σινεμά είναι λαϊκή τέχνη, δε δημιουργήθηκε για κλειστούς κύκλους, χωρίς κοινό, δεν υπάρχει κινηματογράφος. Οι κριτικοί, τα Φεστιβάλ, οι βραβεύσεις διαμορφώνουν κύρος, χτίζουν καριέρα, δημιουργούν αξία στον χρόνο. Μια ταινία που συζητιέται μόνο ως εμπορικό προϊόν μπορεί να ξεχαστεί γρήγορα, μία που συγκεντρώνει ποικίλες κριτικές και φέρνει ένταση αποκτά πολιτισμικό βάθος.
Η Jennifer Lawrence σε αντίθεση με τη Robbie μίλησε ανοιχτά για το άγχος της αποδοχής, για τον φόβο της απόρριψης. Για εκείνο το διάστημα πριν την κυκλοφορία όπου η δημιουργία παραδίδεται στο κοινό και στην κρίση. Η Robbie φαίνεται να έχει επιλέξει μια διαφορετική ψυχολογία: δε με απασχολεί η κριτική, αλλά μονάχα η εμπειρία. Ας μη ξεχνάμε όμως ένα λεπτό σημείο εδώ. Το κοινό δεν είναι ομοιογενές. Έχουμε το mainstream, το arthouse, το διεθνές, το νεανικό, το ψηφιακό. Όταν λες "κάνω ταινίες για το κοινό", ποιο κοινό εννοείς; Το box office του πρώτου Σαββατοκύριακου; Το κοινό που συζητά για χρόνια; Ή το κοινό που ψηφίζει στα Όσκαρ;
Η Robbie συνεργάζεται στενά με την Emerald Fennell, μια δημιουργό που δε φοβάται τον διχασμό. Η ίδια λέει ότι η Fennell προτιμά να θυσιάσει μια "έξυπνη ιδέα" αν δεν εξυπηρετεί το συναίσθημα. Σημαίνει ότι η προτεραιότητα δεν είναι η διανοητική επίδειξη, αλλά η συναισθηματική ένταση. Σε μια εποχή όπου πολλές ταινίες κατηγορούνται για υπερβολική "ιδεολογική βαρύτητα" ή για υπερ-συνειδητό μήνυμα, η έμφαση στο συναίσθημα λειτουργεί σχεδόν ως αντι-ελιτίστικη δήλωση. Το σινεμά δεν είναι διαγωνισμός εξυπνάδας, αλλά μία εμπειρία που βιώνεται διαφορετικά από κάθε θεατή.
Το να αγνοείς από την άλλη πλευρά τους κριτικούς δε σημαίνει ότι δε σε επηρεάζουν. Οι συζητήσεις, τα reviews, τα think pieces, επηρεάζουν το πως μια ταινία θα ενταχθεί στο πολιτισμικό τοπίο. Μπορεί να μη σκέφτεσαι "τι θα πουν", αλλά γνωρίζεις ότι θα πουν. Η πιο ειλικρινής ανάγνωση της δήλωσης Robbie δεν είναι «δε με νοιάζουν οι κριτικοί», αλλά «δε θέλω να δημιουργώ με φόβο», γιατί η δημιουργία με γνώμονα την κριτική αποδοχή μπορεί να γίνει παραλυτική. Αν σκέφτεσαι συνεχώς πως θα ερμηνευθεί κάθε σκηνή, κινδυνεύεις να χάσεις τον αυθορμητισμό.
Η βιομηχανία όμως δεν είναι μόνο τέχνη, στην εξίσωση μπαίνει η αγορά κι η Robbie το γνωρίζει καλύτερα από πολλούς. Η επιτυχία της "Barbie" έδειξε ότι μπορείς να δημιουργήσεις κάτι ταυτόχρονα εμπορικό και πολιτισμικά συζητήσιμο. Άρα η διάκριση "κοινό ή κριτικοί" δεν είναι κάτι απόλυτο. Το ζητούμενο είναι ισορροπία ανάμεσα στην άμεση ανταπόκριση και στη διαχρονική αξία. Πώς δημιουργείς κάτι που θα γεμίσει αίθουσες σήμερα και θα συζητιέται αύριο;
Το σινεμά δεν κρίνεται μόνο από τις βαθμολογίες στο Rotten Tomatoes ούτε μόνο από τα έσοδα του opening weekend. Κρίνεται από το αν, όταν ανάψουν τα φώτα ο θεατής νιώθει ότι κάτι μετακινήθηκε μέσα του κι εκεί να συναντιούνται τελικά κοινό και κριτικοί: στη δύναμη μιας ιστορίας που ανεξάρτητα από ετικέτες καταφέρνει να αφήσει ίχνος.
*Με στοιχεία από το Variety







