Όλοι βλέπουν true crime σειρές, σημασία έχει πως τις διαβάζει ο καθένας.


Η άνοδος των true crime σειρών δεν είναι απλώς ένα ακόμη τηλεοπτικό ρεύμα που βρήκε πρόσφορο έδαφος στις πλατφόρμες streaming. Αποτελεί ένα σύμπτωμα της εποχής. Τα true crime δεν αφηγούνται απλώς εγκλήματα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη κοινωνία προσπαθεί να βάλει τάξη στο χάος, να δώσει νόημα στη βία, να μετατρέψει τον φόβο σε αφήγηση με αρχή, μέση και αν είναι δυνατόν κάθαρση

Η εκρηκτική τους διάδοση τα τελευταία χρόνια δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με όρους τηλεθέασης ή αλγοριθμικής προώθησης. Το true crime ανθεί γιατί απαντά σε μια βαθύτερη ανάγκη: αυτή του ελέγχου σε έναν κόσμο που μοιάζει όλο και πιο απρόβλεπτος. Ο θεατής γνωρίζει από την αρχή ότι κάτι κακό έχει συμβεί. Το έγκλημα είναι δεδομένο. Αυτό που απομένει είναι η ανασύνθεση. Το "πως" και το "γιατί". Εκεί ακριβώς κρύβεται η γοητεία. 

Σε αντίθεση με τη μυθοπλασία, όπου η βία είναι προϊόν σεναρίου εδώ υπάρχει το βάρος της πραγματικότητας. Αληθινά πρόσωπα, πραγματικές απώλειες, πραγματικές κοινωνικές αποτυχίες κι όμως αυτή η πραγματικότητα παρουσιάζεται με κινηματογραφικούς όρους: δραματουργία, cliffhangers, μουσική υπόκρουση που καθοδηγεί το συναίσθημα. Το έγκλημα γίνεται αφήγημα και αυτό έγινε δημιουργηθεί για κατανάλωση με μία ψευδαίσθηση της κατανόησης

Οι true crime σειρές λειτουργούν συχνά σαν ανεπίσημα κοινωνιολογικά δοκίμια. Αναδεικνύουν την ανεπάρκεια θεσμών, τις προκαταλήψεις της δικαιοσύνης, τις ταξικές και φυλετικές ανισότητες που καθορίζουν ποιος θεωρείται θύμα και ποιος ύποπτος. Υποθέσεις λανθασμένων καταδικών, αστυνομικής αυθαιρεσίας ή θεσμικής αδιαφορίας μετατρέπονται σε αφήγημα αποκατάστασης. Ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς, συχνά παίρνει θέση κι αυτό τον κάνει να νιώθει πως με έναν τρόπο συμμετέχει. Θυμώνει, αμφισβητεί, νιώθει, έστω και πρόσκαιρα συμμέτοχος σε μια άτυπη διαδικασία δικαίωσης

Ταυτόχρονα όμως, υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά αυτής της μαζικής έλξης. Η υπερβολική εστίαση στους δράστες, η σχεδόν μυθοποίηση της εγκληματικής ιδιοφυΐας, ο κίνδυνος να μετατραπεί ο πόνος σε ψυχαγωγία. Όταν το έγκλημα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά σε επεισόδια, podcasts, ντοκιμαντέρ και αναλύσεις, υπάρχει πάντα το ερώτημα: ποιος ωφελείται; Η μνήμη των θυμάτων ή η περιέργεια του κοινού;  Η επιτυχία των true crime σειρών συμπίπτει χρονικά με μια εποχή γενικευμένης ανασφάλειας. Πανδημία, πολύπλευρες κρίσεις, γεωπολιτικές εντάσεις. Ο κόσμος μοιάζει λιγότερο ασφαλής και περισσότερο αδιαφανής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το true crime προσφέρει μια παράδοξη παρηγοριά: το κακό έχει πρόσωπο κι άθελά του με έναν τρόπο το νομιμοποιεί.

Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλο μέρος του κοινού αυτών των σειρών είναι γυναίκες. Δεν υπάρχει επιστημονικά καταγεγραμμένη κάποια έμφυτη έλξη προς το μακάβριο, αλλά φαίνεται να τις ελκύει ένας άτυπος μηχανισμός επιβίωσης. Μαθαίνει κανείς τι να προσέχει, πως να αναγνωρίζει μοτίβα κινδύνου, που αποτυγχάνει το σύστημα προστασίας. Είναι μια γνώση σκοτεινή, αλλά πρακτική. Ένα εγχειρίδιο φόβου μεταμφιεσμένο σε αφήγηση. Στην εποχή των streaming πλατφορμών, το true crime έγινε binge. Η υπόθεση δεν τελειώνει σε ένα επεισόδιο, βαθαίνει, επαναλαμβάνεται. Ο θεατής βυθίζεται, όχι απαραίτητα για να σοκαριστεί, αλλά για να νιώσει ότι κατέχει την πλήρη εικόνα. Η αλήθεια, όμως, σπάνια είναι πλήρης κι από τη φύση της δεν είναι μία και μοναδική αφορά σε μεγάλο βαθμό την οπτική της ανάγνωσης. Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση: οι σειρές υπόσχονται κατανόηση, αλλά τελικά αποκαλύπτουν πόσο περιορισμένη είναι. 

Η άνοδος των true crime σειρών λέει λιγότερα για το έγκλημα και περισσότερα για εμάς. Για την ανάγκη μας να αφηγούμαστε τον φόβο, να τον ταξινομούμε, να τον παρακολουθούμε από ασφαλή απόσταση, για την επιθυμία να πιστέψουμε ότι, αν γνωρίζουμε αρκετά αν δούμε όλα τα επεισόδια το χάος μπορεί να τιθασευτεί, ότι το κακό τελικά είναι μια ιστορία που μπορεί να ειπωθεί κι ίσως για λίγο να αντέχεται.