Η ταινία του Παρκ Τσαν-γουκ είναι πραγματικά γροθιά στο στομάχι και η σκηνοθεσία της μαεστρική


Η αδικία απέναντι στον Παρκ Τσαν-γουκ και το No Other Choice δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στο ετήσιο σίριαλ των “σνομπαρισμάτων” της Ακαδημίας. Είναι ένα σύμπτωμα, ένα σημάδι ότι τα μεγάλα Φεστιβάλ και τα βραβεία, από τη Βενετία μέχρι τα Όσκαρ, δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να διαχειριστούν έργα που δεν προσφέρονται για εύκολη κατανάλωση, ηθική άνεση ή πολιτικά “ασφαλή” ανάγνωση. 

Στη Βενετία, το No Other Choice εμφανίστηκε σαν μια μαύρη κωμωδία κι ας είναι πολλά περισσότερα. Ο Παρκ Τσαν-γουκ γύρισε μια ταινία για να εκθέσει έναν κόσμο όπου η εργασία δεν είναι δικαίωμα αλλά ρώσικη ρουλέτα. Έναν άνθρωπο που όταν απολύεται δε χάνει μόνο το εισόδημά του αλλά και τη θέση του στον κοινωνικό χάρτη. Η επιλογή του να μετατρέψει αυτή την απελπισία σε μαύρο χιούμορ είναι η πιο πολιτική χειρονομία της ταινίας. 

Αρχικά η Βενετία κοίταξε αλλού. Το φιλμ έφυγε χωρίς βραβείο σαν να θεωρήθηκε υπερβολικά άβολο για να τιμηθεί και υπερβολικά ειρωνικό για να αγκαλιαστεί. Η ειρωνεία εδώ είναι διπλή: ένα φεστιβάλ που ιστορικά έχει υποστηρίξει το σινεμά του ρίσκου, δίστασε μπροστά σε έναν δημιουργό που δεν έχει τίποτα να αποδείξει και καμία ανάγκη να γλυκάνει το μήνυμά του. Η διαδρομή προς τα Όσκαρ δε βελτίωσε την κατάσταση. Αντιθέτως επιβεβαίωσε τα παραπάνω. Σε μια χρονιά όπου η Ακαδημία προσπαθεί εμφανώς να ισορροπήσει ανάμεσα στην πολιτική ευαισθησία και την ανάγκη για “καθολικά” αφηγήματα, το No Other Choice δεν είχε καμία πιθανότητα, επειδή ήταν υπερβολικά καθαρό στη σκληρότητά του. Δεν προσφέρει λύσεις, δε χαρίζει κάθαρση δε σου επιτρέπει να φύγεις από την αίθουσα νιώθοντας καλύτερος άνθρωπος. 

Ο Παρκ Τσαν-γουκ εδώ δεν ενδιαφέρεται να σου πει ποιος φταίει. Δε δείχνει με το δάχτυλο έναν κακό καπιταλιστή ή ένα αφηρημένο “σύστημα”. Σου δείχνει τι συμβαίνει όταν η επιβίωση γίνεται ατομικός αγώνας μέχρι θανάτου. Το premise, ένας άνθρωπος που δολοφονεί τους ανταγωνιστές του για μια θέση εργασίας, ακούγεται σαν ακραία σάτιρα μέχρι να συνειδητοποιήσεις πόσο κοντά βρίσκεται στη λογική που ήδη διέπει την αγορά εργασίας.  Η ερμηνεία του Lee Byung-hun είναι καθοριστική σε αυτό. Δεν παίζει έναν “κακό”. Παίζει έναν άνθρωπο που διαλύεται κομμάτι κομμάτι. Η βία δεν είναι ηθική εκτροπή, είναι το τελικό στάδιο μιας διαδικασίας που ξεκίνησε πολύ πριν πέσει η πρώτη γροθιά. Αυτή η αργή διάβρωση είναι που κάνει την ταινία τόσο ενοχλητική και ταυτόχρονα τόσο αληθινή. 

Τα Όσκαρ έχουν αλλεργία στην αμφισημία. Προτιμούν ιστορίες που μπορείς να συνοψίσεις σε ένα μήνυμα, σε ένα συναίσθημα, σε μια καθαρή πολιτική θέση. Το No Other Choice αρνείται να παίξει αυτό το παιχνίδι. Δεν είναι "ταινία για την ανεργία", αλλά για το τι συμβαίνει όταν η κοινωνία αποδέχεται ότι κάποιοι περισσεύουν και αυτό είναι ένα συμπέρασμα που δεν χωρά εύκολα σε λόγους αποδοχής και συγκινητικά μοντάζ. Η αδικία απέναντι στον Παρκ Τσαν-γουκ δεν είναι προσωπική. Αφορά κάθε δημιουργό που επιμένει να χρησιμοποιεί το σινεμά όχι ως παρηγοριά, αλλά ως εργαλείο αποδόμησης. Από τη Βενετία μέχρι το Χόλιγουντ, το μήνυμα είναι σαφές: αν η ταινία σου κάνει το κοινό να γελάσει νευρικά αντί να χειροκροτήσει ανακουφισμένο, μάλλον δεν είναι για βραβεία. 

Αυτό να είναι το μεγαλύτερο παράσημο για το No Other Choice, γιατί ο Παρκ Τσαν-γουκ δεν ενδιαφέρεται να κερδίσει αγαλματίδια. Ενδιαφέρεται να σου αφήσει ένα ερώτημα που δεν φεύγει εύκολα από το μυαλό σου: πόσο μακριά είμαστε, πραγματικά, από τον ήρωά του; Σε αυτή είναι μια ερώτηση που ούτε η Βενετία ούτε τα Όσκαρ δείχνουν πρόθυμα να απαντήσουν.