Η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται ταχύτητα, αλλά στην καθημερινότητα της εργασίας φέρνει ένα νέο είδος καθυστέρησης: τον διαρκή έλεγχο.
Η υπόσχεση της Τεχνητής Νοημοσύνης ήταν απλή και δελεαστική: ταχύτερη δουλειά, λιγότερος κόπος, περισσότερος χρόνος. Γράψε, ανάλυσε, σύνοψισε, πρότεινε,όλα σε δευτερόλεπτα. Στην πράξη όμως, όσο η AI επιταχύνει την παραγωγή, τόσο μετατοπίζει το βάρος στον έλεγχο. Εκεί όπου ο άνθρωπος καλείται να γίνει επιμελητής, διορθωτής, υπεύθυνος για κάτι που δεν έγραψε ακριβώς ο ίδιος, αλλά φέρει το όνομά του.
Ένας επιμελητής χρησιμοποίησε AI για να βελτιώσει ένα κείμενό του και κατέληξε να αφιερώσει σχεδόν τον μισό χρόνο της συγγραφής απλώς για να ελέγξει αν όσα γράφονταν ήταν αληθινά. Μικρές λεπτομέρειες αρκούν για να εκθέσουν, να ακυρώσουν, να γελοιοποιήσουν έναν επαγγελματία αν περάσουν απαρατήρητες. Η AI έκανε αυτό που ξέρει να κάνει: να συμπληρώνει κενά με πιθανότητες.

Η AI παράγει γρήγορα, αλλά δεν εγγυάται ακρίβεια και όσο μεγαλώνει η ταχύτητα, τόσο αυξάνεται η ανάγκη ανθρώπινης κρίσης. Ο εργαζόμενος δε γλιτώνει χρόνο, απλώς αλλάζει ρόλο. Από δημιουργός γίνεται ελεγκτής, από παραγωγός γίνεται φίλτρο. Από υπεύθυνος για τη δουλειά του γίνεται υπεύθυνος και για τα λάθη ενός αλγορίθμου. Τα δεδομένα επιβεβαιώνουν αυτή την πραγματικότητα. Σχεδόν το 40% της αξίας της AI χάνεται σε επανεργασία και κακή ευθυγράμμιση με τις περισσότερες γλώσσες, με εξαίρεση ίσως τα αγγλικά. Μόνο ένα μικρό ποσοστό εργαζομένων δηλώνει ότι λαμβάνει σταθερά καθαρά και θετικά αποτελέσματα. Η τεχνολογία όμως συνεχίζει να επιβάλλεται με ρυθμούς που δεν αφήνουν χρόνο προσαρμογής. Οι περιγραφές θέσεων δεν αλλάζουν, οι απαιτήσεις παραμένουν ίδιες απλώς προστίθεται ένα ακόμα στρώμα ευθύνης: “χρησιμοποίησε AI, αλλά πρόσεχε”.
Στην πραγματικότητα το κόστος μεταφέρεται στον άνθρωπο, στην προσοχή του, στον χρόνο του, στο άγχος του. Κάθε παράγραφος πρέπει να διαβαστεί με καχυποψία, κάθε νούμερο να διασταυρωθεί, κάθε “έξυπνη” πρόταση να ελεγχθεί αν όντως ισχύει. Η ταχύτητα της μηχανής γεννά επιβράδυνση της ανθρώπινης διαδικασίας. Η AI συχνά γράφει πειστικά, τα λάθη της δε φωνάζουν. Είναι εύλογα, καλοδιατυπωμένα, επικίνδυνα ακριβώς επειδή μοιάζουν αληθινά. Αυτό αυξάνει την ευθύνη του ελέγχου, ο εργαζόμενος δεν μπορεί να βασιστεί στο ένστικτο.
Οι περισσότεροι οργανισμοί δηλώνουν ότι η κατάρτιση είναι προτεραιότητα, αλλά λιγότεροι από τους μισούς εργαζόμενους που αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα επανελέγχου λαμβάνουν ουσιαστική υποστήριξη. Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος σιωπηρής πίεσης: χρησιμοποίησε την AI για να είσαι γρήγορος, αλλά αν κάτι πάει στραβά, φταις εσύ. Η ευθύνη παραμένει ανθρώπινη, το ρίσκο επίσης. Αυτό εξηγεί γιατί πολλές εταιρείες απογοητεύονται από τα αποτελέσματα της AI. Οι προσδοκίες ήταν υπερβολικές. Η πραγματικότητα πιο σύνθετη.
Παρά τις δυσκολίες οι περισσότεροι δεν κάνουν πίσω, η ταχύτητα είναι εθιστική. Η ανακούφιση του λευκού εγγράφου που γεμίζει σε δευτερόλεπτα είναι πραγματική. Το ζήτημα δεν είναι αν θα χρησιμοποιούμε AI, αλλά πως. Η AI τρέχει πολύ γρήγορα. Το μείζον ζητήμα είναι αν ο κόσμος της εργασίας μπορεί να αντέξει τον ρυθμό χωρίς να εξαντλήσει εκείνους που καλούνται να κρατήσουν το τιμόνι, γιατί η ταχύτητα χωρίς εμπιστοσύνη δεν είναι πρόοδος, αλλά βιασύνη με μεγαλύτερο ρίσκο.









