Η επιστροφή στο χωριό δεν είναι πια νοσταλγία για τα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων, αλλά ένα σιωπηλό ερώτημα για το πως και που μπορεί κανείς να ζήσει με αξιοπρέπεια στην Ελλάδα του σήμερα.

 

Μία λέξη επανέρχεται όλο και συχνότερα στις συζητήσεις των τριαντάρηδων και σαραντάρηδων: “επιστροφή” με την έννοια της αποκέντρωσης. Η επιστροφή στο χωριό, στην επαρχία, στον τόπο καταγωγής. Εκεί όπου τα καλοκαίρια ήταν πιο αργά, ο χρόνος λιγότερο εχθρικός και το κόστος ζωής σχεδόν αόρατο. Όμως η υπόθεση δεν είναι μόνο συναισθηματική, αλλά βαθιά πολιτική και οικονομική. Η επιστροφή στο χωριό είναι ρομαντική ιδέα ή μια ρεαλιστική στρατηγική επιβίωσης στη μετα-αστική Ελλάδα; 

Η μεγαλούπολη δύσκολα μπορεί να αφηγηθεί πια το ίδιο όνειρο. Τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί, η εργασία παραμένει συχνά επισφαλής, η ποιότητα ζωής συμπιέζεται ανάμεσα σε μετακινήσεις, λογαριασμούς και έναν διαρκή ανταγωνισμό. Η γενιά που μεγάλωσε με το αφήγημα “φύγε για να πετύχεις” αρχίζει να αναρωτιέται αν η επιτυχία μετριέται αλλιώς. Η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής αυτής της σκέψης. Η τηλεργασία απέδειξε ότι η φυσική παρουσία στο κέντρο δεν είναι πάντα αναγκαία. Το Wi-Fi μπορεί να γίνει η νέα εθνική οδός, όμως άλλο η δυνατότητα κι άλλο η βιωσιμότητα

Η επιστροφή συχνά ντύνεται με εικόνες: πρωινός καφές στην αυλή, καλλιέργεια γης, μικρή επιχείρηση με τοπικά προϊόντα, κοινότητα, ηρεμία. Αυτό είναι το ρομαντικό αφήγημα. Η πραγματικότητα όμως έχει δομές: ελλείψεις σε υγεία και εκπαίδευση, περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες, υποδομές που δεν αντέχουν μόνιμο πληθυσμό. Η επιστροφή χωρίς σχέδιο μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση. Το χωριό δεν είναι σκηνικό Instagram, αλλά κοινωνία με ανάγκες, αντιθέσεις και συχνά οικονομική στασιμότητα. 

Μπορεί λοιπόν να γίνει οικονομική στρατηγική; Η απάντηση είναι ναι υπό προϋποθέσεις. Η επαρχία μπορεί να αποτελέσει στρατηγικό πλεονέκτημα αν συνδυαστούν τρεις βασικοί παράγοντες: ψηφιακές υποδομές, παραγωγική διαφοροποίηση και θεσμική υποστήριξη. Χωρίς γρήγορο και σταθερό διαδίκτυο, η αποκέντρωση παραμένει σύνθημα. Δίχως επένδυση σε μεταποίηση, αγροδιατροφικά clusters, τουρισμό εμπειρίας, πράσινη ενέργεια και ψηφιακές υπηρεσίες, η οικονομία της επαρχίας θα παραμείνει μονοδιάστατη και δίχως φορολογικά κίνητρα, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και ενεργητικές πολιτικές στήριξης, η απόφαση της επιστροφής θα είναι ατομική πράξη ρίσκου κι όχι κομμάτι εθνικής στρατηγικής. 

Εδώ συναντάμε μια σκληρή δημογραφική διάσταση. Πολλά χωριά αδειάζουν, ο μέσος όρος ηλικίας ανεβαίνει επικίνδυνα. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική αναζωογόνηση, δε θα μιλάμε για "επαναπατρισμό", αλλά για εγκατάλειψη. Το ζήτημα δεν είναι αν κάποιοι θέλουν να φύγουν από την πόλη. Το ζήτημα είναι αν η χώρα μπορεί να αντέξει τη συνεχή εσωτερική ερήμωση. Η αποκέντρωση δεν είναι lifestyle, αλλά δημογραφική και εθνική ανάγκη. 

Γεννάται όμως κι η κοινωνική ψυχολογία της επιστροφής. Στην πόλη είσαι μέρος μιας απρόσωπης μηχανής. Στην επαρχία, η δράση σου έχει άμεσο αντίκτυπο. Γνωρίζεις τον δήμαρχο, τον γείτονα, τον πελάτη σου. Η πολιτική και η οικονομία γίνονται πιο ορατές, πιο χειροπιαστές. Αυτό δημιουργεί αίσθηση ελέγχου και αξιοπρέπειας. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί και ευθύνη. Δεν υπάρχει ανωνυμία. Η κοινότητα σε βλέπει, σε κρίνει, σε εντάσσει ή σε απορρίπτει. Η ζωή στην επαρχία είναι συμμετοχή

Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να μετατρέψουμε την επιστροφή σε ατομικό project αυτοπραγμάτωσης. Αν δεν συνοδεύεται από συλλογικό σχέδιο, το αποτέλεσμα θα είναι μεμονωμένες επιτυχίες μέσα σε συνολική στασιμότητα. Η επαρχία χρειάζεται οικοσύστημα: συνεργασίες, συνεταιρισμούς νέου τύπου, δικτύωση παραγωγών, σύνδεση με πανεπιστήμια και καινοτόμες δομές, αλλιώς ο νέος που θα επιστρέψει θα αισθανθεί γρήγορα ότι η αγορά είναι περιορισμένη, οι δομές δύσκαμπτες και η προοπτική αβέβαιη. 

Η ουσία βρίσκεται στη σύνθεση. Η επιστροφή στο χωριό έχει ρομαντική διάσταση και καλώς έχει. Δίχως συναίσθημα δε χτίζεται τίποτα, αλλά για να γίνει βιώσιμη, χρειάζεται πολιτική στρατηγική αποκέντρωσης. Αν η Ελλάδα θέλει πραγματικά να στηρίξει τη νέα γενιά, πρέπει να επενδύσει σε υποδομές, σε φορολογική δικαιοσύνη, σε πρόσβαση στη γη και στο κεφάλαιο. Η αποκέντρωση δεν είναι φυγή από την πόλη, αλλά ανακατανομή ισχύος. Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε πόλη και χωριό, αλλά ανάμεσα σε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ανάπτυξης που ασφυκτιά και σε μια αποκεντρωμένη οικονομία που αναπνέει. Αν η επιστροφή μείνει προσωπική νοσταλγία, θα εξαντληθεί γρήγορα. Αν μετατραπεί σε εθνικό σχέδιο, μπορεί να αλλάξει τον χάρτη κι αυτό είναι πολιτική απόφαση. 

 


Η επιστροφή στο χωριό δεν είναι πια νοσταλγία για τα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων, αλλά ένα σιωπηλό ερώτημα για το πως και που μπορεί κανείς να ζήσει με αξιοπρέπεια στην Ελλάδα του σήμερα.

 

Μία λέξη επανέρχεται όλο και συχνότερα στις συζητήσεις των τριαντάρηδων και σαραντάρηδων: “επιστροφή” με την έννοια της αποκέντρωσης. Η επιστροφή στο χωριό, στην επαρχία, στον τόπο καταγωγής. Εκεί όπου τα καλοκαίρια ήταν πιο αργά, ο χρόνος λιγότερο εχθρικός και το κόστος ζωής σχεδόν αόρατο. Όμως η υπόθεση δεν είναι μόνο συναισθηματική, αλλά βαθιά πολιτική και οικονομική. Η επιστροφή στο χωριό είναι ρομαντική ιδέα ή μια ρεαλιστική στρατηγική επιβίωσης στη μετα-αστική Ελλάδα; 

Η μεγαλούπολη δύσκολα μπορεί να αφηγηθεί πια το ίδιο όνειρο. Τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί, η εργασία παραμένει συχνά επισφαλής, η ποιότητα ζωής συμπιέζεται ανάμεσα σε μετακινήσεις, λογαριασμούς και έναν διαρκή ανταγωνισμό. Η γενιά που μεγάλωσε με το αφήγημα “φύγε για να πετύχεις” αρχίζει να αναρωτιέται αν η επιτυχία μετριέται αλλιώς. Η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής αυτής της σκέψης. Η τηλεργασία απέδειξε ότι η φυσική παρουσία στο κέντρο δεν είναι πάντα αναγκαία. Το Wi-Fi μπορεί να γίνει η νέα εθνική οδός, όμως άλλο η δυνατότητα κι άλλο η βιωσιμότητα

Η επιστροφή συχνά ντύνεται με εικόνες: πρωινός καφές στην αυλή, καλλιέργεια γης, μικρή επιχείρηση με τοπικά προϊόντα, κοινότητα, ηρεμία. Αυτό είναι το ρομαντικό αφήγημα. Η πραγματικότητα όμως έχει δομές: ελλείψεις σε υγεία και εκπαίδευση, περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες, υποδομές που δεν αντέχουν μόνιμο πληθυσμό. Η επιστροφή χωρίς σχέδιο μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση. Το χωριό δεν είναι σκηνικό Instagram, αλλά κοινωνία με ανάγκες, αντιθέσεις και συχνά οικονομική στασιμότητα. 

Μπορεί λοιπόν να γίνει οικονομική στρατηγική; Η απάντηση είναι ναι υπό προϋποθέσεις. Η επαρχία μπορεί να αποτελέσει στρατηγικό πλεονέκτημα αν συνδυαστούν τρεις βασικοί παράγοντες: ψηφιακές υποδομές, παραγωγική διαφοροποίηση και θεσμική υποστήριξη. Χωρίς γρήγορο και σταθερό διαδίκτυο, η αποκέντρωση παραμένει σύνθημα. Δίχως επένδυση σε μεταποίηση, αγροδιατροφικά clusters, τουρισμό εμπειρίας, πράσινη ενέργεια και ψηφιακές υπηρεσίες, η οικονομία της επαρχίας θα παραμείνει μονοδιάστατη και δίχως φορολογικά κίνητρα, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και ενεργητικές πολιτικές στήριξης, η απόφαση της επιστροφής θα είναι ατομική πράξη ρίσκου κι όχι κομμάτι εθνικής στρατηγικής. 

Εδώ συναντάμε μια σκληρή δημογραφική διάσταση. Πολλά χωριά αδειάζουν, ο μέσος όρος ηλικίας ανεβαίνει επικίνδυνα. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική αναζωογόνηση, δε θα μιλάμε για "επαναπατρισμό", αλλά για εγκατάλειψη. Το ζήτημα δεν είναι αν κάποιοι θέλουν να φύγουν από την πόλη. Το ζήτημα είναι αν η χώρα μπορεί να αντέξει τη συνεχή εσωτερική ερήμωση. Η αποκέντρωση δεν είναι lifestyle, αλλά δημογραφική και εθνική ανάγκη. 

Γεννάται όμως κι η κοινωνική ψυχολογία της επιστροφής. Στην πόλη είσαι μέρος μιας απρόσωπης μηχανής. Στην επαρχία, η δράση σου έχει άμεσο αντίκτυπο. Γνωρίζεις τον δήμαρχο, τον γείτονα, τον πελάτη σου. Η πολιτική και η οικονομία γίνονται πιο ορατές, πιο χειροπιαστές. Αυτό δημιουργεί αίσθηση ελέγχου και αξιοπρέπειας. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί και ευθύνη. Δεν υπάρχει ανωνυμία. Η κοινότητα σε βλέπει, σε κρίνει, σε εντάσσει ή σε απορρίπτει. Η ζωή στην επαρχία είναι συμμετοχή

Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να μετατρέψουμε την επιστροφή σε ατομικό project αυτοπραγμάτωσης. Αν δεν συνοδεύεται από συλλογικό σχέδιο, το αποτέλεσμα θα είναι μεμονωμένες επιτυχίες μέσα σε συνολική στασιμότητα. Η επαρχία χρειάζεται οικοσύστημα: συνεργασίες, συνεταιρισμούς νέου τύπου, δικτύωση παραγωγών, σύνδεση με πανεπιστήμια και καινοτόμες δομές, αλλιώς ο νέος που θα επιστρέψει θα αισθανθεί γρήγορα ότι η αγορά είναι περιορισμένη, οι δομές δύσκαμπτες και η προοπτική αβέβαιη. 

Η ουσία βρίσκεται στη σύνθεση. Η επιστροφή στο χωριό έχει ρομαντική διάσταση και καλώς έχει. Δίχως συναίσθημα δε χτίζεται τίποτα, αλλά για να γίνει βιώσιμη, χρειάζεται πολιτική στρατηγική αποκέντρωσης. Αν η Ελλάδα θέλει πραγματικά να στηρίξει τη νέα γενιά, πρέπει να επενδύσει σε υποδομές, σε φορολογική δικαιοσύνη, σε πρόσβαση στη γη και στο κεφάλαιο. Η αποκέντρωση δεν είναι φυγή από την πόλη, αλλά ανακατανομή ισχύος. Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε πόλη και χωριό, αλλά ανάμεσα σε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ανάπτυξης που ασφυκτιά και σε μια αποκεντρωμένη οικονομία που αναπνέει. Αν η επιστροφή μείνει προσωπική νοσταλγία, θα εξαντληθεί γρήγορα. Αν μετατραπεί σε εθνικό σχέδιο, μπορεί να αλλάξει τον χάρτη κι αυτό είναι πολιτική απόφαση.