Δύο γενιές με μία βαλίτσα στο χέρι. Οι νέοι ξορκίζουν τη λέξη μετάβαση, αλλά η ίδια η ζωή τους αφήνει στο "διαβάστηκε" ...
Έχουμε δύο γενιές πλέον που ζουν μόνιμα με το παπούτσι λυμένο. Πάντα έτοιμη να φύγει, πάντα έτοιμη να αλλάξει, πάντα σε αναμονή για κάτι που έρχεται αλλά σπάνια φτάνει. Μια ζωή σαν σε παρένθεση, επειδή έτσι οργανώθηκε ο κόσμος γύρω της. Αυτό είναι το σύνδρομο της μόνιμης μετάβασης: μια καθημερινότητα χωρίς σταθερά σημεία, όπου τίποτα δεν προλαβαίνει να ριζώσει.
Οι δουλειές αλλάζουν πιο γρήγορα απ’ ό,τι προλαβαίνεις να φτιάξεις κούπα γραφείου. Project-based, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, freelancing από ανάγκη βαφτισμένο ως ελευθερία. Δε “χτίζεις καριέρα”, απλώς επιβιώνεις από κύκλο σε κύκλο. Κάθε νέα αρχή παρουσιάζεται ως ευκαιρία, αλλά σωρευτικά μοιάζει με κόπωση. Δε φεύγεις επειδή θέλεις να εξελιχθείς, φεύγεις επειδή τίποτα δεν υπόσχεται διάρκεια κι έτσι μαθαίνεις να μην επενδύεις συναισθηματικά στη δουλειά, να μην πιστεύεις πολύ, να μην περιμένεις πολλά. Να είσαι πάντα έτοιμος για το επόμενο email που θα αλλάξει τα πάντα.
Το ίδιο συμβαίνει και στις σχέσεις, απλά ξεθωριάζουν. Situationships, ασαφή όρια, φόβος δέσμευσης μεταμφιεσμένος σε “ρεαλισμό”, γιατί φοβούνται να τη θεμελιώσουν πάνω σε έδαφος που τρέμει. Πώς να μιλήσεις για μέλλον όταν δεν ξέρεις σε ποια πόλη θα είσαι σε έξι μήνες; Πώς να υποσχεθείς παρουσία όταν η ίδια σου η ζωή είναι προσωρινή; Έτσι η αγάπη γίνεται κάτι που ζεις στο παρόν, έντονα αλλά προσεκτικά με την έξοδο πάντα χαρτογραφημένη.
Οι πόλεις επίσης παύουν να είναι πατρίδες και γίνονται στάσεις. Ένα διαμέρισμα με λίγα έπιπλα, εύκολο να αδειάσει. Μια γειτονιά που δεν προλαβαίνεις να μάθεις. Φίλοι που ξέρεις ότι θα φύγουν ή θα φύγεις. Η έννοια του “μένω κάπου” αντικαθίσταται από το “είμαι προς το παρόν εδώ” και μαζί της χάνεται η αίσθηση του ανήκειν. Δεν προλαβαίνεις να δεθείς με τον χώρο, γιατί ξέρεις ότι είναι δανεικός χρόνος.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον ραγίζει και η ταυτότητα. Ποιος είσαι όταν αλλάζουν συνεχώς όλα τα εξωτερικά σου στηρίγματα; Όταν το βιογραφικό σου μοιάζει με μωσαϊκό και όχι με αφήγηση; Όταν η ζωή σου δεν έχει γραμμική πορεία αλλά σκόρπιες τελείες; Μαθαίνεις να συστήνεσαι με όρους “κάνω λίγο απ’ αυτό, λίγο απ’ το άλλο”. Η ταυτότητα γίνεται ρευστή, ευέλικτη, αλλά και εύθραυστη. Δεν έχει χρόνο να αποκτήσει βάθος, μόνο προσαρμοστικότητα. Το πιο ύπουλο στοιχείο αυτού του συνδρόμου είναι ότι παρουσιάζεται ως επιλογή. Σου λένε ότι είσαι “ευέλικτος”, “ανοιχτός”, “πολίτης του κόσμου” κι ίσως είσαι, αλλά κάτω από αυτό υπάρχει συχνά μια κούραση που δεν ομολογείται εύκολα. Η ανάγκη για σταθερότητα αντιμετωπίζεται σχεδόν ως αδυναμία, σαν κάτι παλιομοδίτικο. Ο άνθρωπος χρειάζεται σημεία αναφοράς, χρειάζεται να ξέρει ότι κάτι θα παραμείνει, έστω για λίγο.
Το σύνδρομο της μόνιμης μετάβασης γεννά και ένα ιδιότυπο άγχος: την αίσθηση ότι η “πραγματική ζωή” θα ξεκινήσει αργότερα. Μετά την επόμενη δουλειά, μετά την επόμενη μετακόμιση, μετά την επόμενη σχέση. Σαν να ζεις σε demo version κι όσο περνά ο καιρός, αυτό το αργότερα μετακινείται συνεχώς πιο μακριά. Η αναμονή γίνεται τρόπος ύπαρξης. Σε αυτή τη ρευστότητα γεννιούνται και νέες μορφές αντοχής. Μικρές νησίδες σταθερότητας: φίλοι που μένουν, συνήθειες που επαναλαμβάνονται, προσωπικές αξίες που δεν αλλάζουν με κάθε μετακίνηση. Η σταθερότητα δεν βρίσκεται πια στους θεσμούς ή στις δομές, αλλά στις επιλογές μικρής κλίμακας. Στο πως φροντίζεις τον εαυτό σου, πως επιλέγεις να είσαι παρών, ακόμη κι όταν όλα γύρω σου μοιάζουν προσωρινά.
Δύο γενιές με μία βαλίτσα στο χέρι. Οι νέοι ξορκίζουν τη λέξη μετάβαση, αλλά η ίδια η ζωή τους αφήνει στο "διαβάστηκε" ...
Έχουμε δύο γενιές πλέον που ζουν μόνιμα με το παπούτσι λυμένο. Πάντα έτοιμη να φύγει, πάντα έτοιμη να αλλάξει, πάντα σε αναμονή για κάτι που έρχεται αλλά σπάνια φτάνει. Μια ζωή σαν σε παρένθεση, επειδή έτσι οργανώθηκε ο κόσμος γύρω της. Αυτό είναι το σύνδρομο της μόνιμης μετάβασης: μια καθημερινότητα χωρίς σταθερά σημεία, όπου τίποτα δεν προλαβαίνει να ριζώσει.
Οι δουλειές αλλάζουν πιο γρήγορα απ’ ό,τι προλαβαίνεις να φτιάξεις κούπα γραφείου. Project-based, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, freelancing από ανάγκη βαφτισμένο ως ελευθερία. Δε “χτίζεις καριέρα”, απλώς επιβιώνεις από κύκλο σε κύκλο. Κάθε νέα αρχή παρουσιάζεται ως ευκαιρία, αλλά σωρευτικά μοιάζει με κόπωση. Δε φεύγεις επειδή θέλεις να εξελιχθείς, φεύγεις επειδή τίποτα δεν υπόσχεται διάρκεια κι έτσι μαθαίνεις να μην επενδύεις συναισθηματικά στη δουλειά, να μην πιστεύεις πολύ, να μην περιμένεις πολλά. Να είσαι πάντα έτοιμος για το επόμενο email που θα αλλάξει τα πάντα.
Το ίδιο συμβαίνει και στις σχέσεις, απλά ξεθωριάζουν. Situationships, ασαφή όρια, φόβος δέσμευσης μεταμφιεσμένος σε “ρεαλισμό”, γιατί φοβούνται να τη θεμελιώσουν πάνω σε έδαφος που τρέμει. Πώς να μιλήσεις για μέλλον όταν δεν ξέρεις σε ποια πόλη θα είσαι σε έξι μήνες; Πώς να υποσχεθείς παρουσία όταν η ίδια σου η ζωή είναι προσωρινή; Έτσι η αγάπη γίνεται κάτι που ζεις στο παρόν, έντονα αλλά προσεκτικά με την έξοδο πάντα χαρτογραφημένη.
Οι πόλεις επίσης παύουν να είναι πατρίδες και γίνονται στάσεις. Ένα διαμέρισμα με λίγα έπιπλα, εύκολο να αδειάσει. Μια γειτονιά που δεν προλαβαίνεις να μάθεις. Φίλοι που ξέρεις ότι θα φύγουν ή θα φύγεις. Η έννοια του “μένω κάπου” αντικαθίσταται από το “είμαι προς το παρόν εδώ” και μαζί της χάνεται η αίσθηση του ανήκειν. Δεν προλαβαίνεις να δεθείς με τον χώρο, γιατί ξέρεις ότι είναι δανεικός χρόνος.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον ραγίζει και η ταυτότητα. Ποιος είσαι όταν αλλάζουν συνεχώς όλα τα εξωτερικά σου στηρίγματα; Όταν το βιογραφικό σου μοιάζει με μωσαϊκό και όχι με αφήγηση; Όταν η ζωή σου δεν έχει γραμμική πορεία αλλά σκόρπιες τελείες; Μαθαίνεις να συστήνεσαι με όρους “κάνω λίγο απ’ αυτό, λίγο απ’ το άλλο”. Η ταυτότητα γίνεται ρευστή, ευέλικτη, αλλά και εύθραυστη. Δεν έχει χρόνο να αποκτήσει βάθος, μόνο προσαρμοστικότητα. Το πιο ύπουλο στοιχείο αυτού του συνδρόμου είναι ότι παρουσιάζεται ως επιλογή. Σου λένε ότι είσαι “ευέλικτος”, “ανοιχτός”, “πολίτης του κόσμου” κι ίσως είσαι, αλλά κάτω από αυτό υπάρχει συχνά μια κούραση που δεν ομολογείται εύκολα. Η ανάγκη για σταθερότητα αντιμετωπίζεται σχεδόν ως αδυναμία, σαν κάτι παλιομοδίτικο. Ο άνθρωπος χρειάζεται σημεία αναφοράς, χρειάζεται να ξέρει ότι κάτι θα παραμείνει, έστω για λίγο.
Το σύνδρομο της μόνιμης μετάβασης γεννά και ένα ιδιότυπο άγχος: την αίσθηση ότι η “πραγματική ζωή” θα ξεκινήσει αργότερα. Μετά την επόμενη δουλειά, μετά την επόμενη μετακόμιση, μετά την επόμενη σχέση. Σαν να ζεις σε demo version κι όσο περνά ο καιρός, αυτό το αργότερα μετακινείται συνεχώς πιο μακριά. Η αναμονή γίνεται τρόπος ύπαρξης. Σε αυτή τη ρευστότητα γεννιούνται και νέες μορφές αντοχής. Μικρές νησίδες σταθερότητας: φίλοι που μένουν, συνήθειες που επαναλαμβάνονται, προσωπικές αξίες που δεν αλλάζουν με κάθε μετακίνηση. Η σταθερότητα δεν βρίσκεται πια στους θεσμούς ή στις δομές, αλλά στις επιλογές μικρής κλίμακας. Στο πως φροντίζεις τον εαυτό σου, πως επιλέγεις να είσαι παρών, ακόμη κι όταν όλα γύρω σου μοιάζουν προσωρινά.






