Τα reality shows δεν είναι όπως το 2001. Τι δείχνει αυτό για την κοινωνία;


Τα reality shows αντιμετωπίζονται συχνά με συγκατάβαση. Ως “εύκολη” τηλεόραση, ως guilty pleasure, ως προϊόν χαμηλής αισθητικής που δεν αξίζει σοβαρής ανάλυσης. Αν υπάρχει όμως ένα τηλεοπτικό είδος που λειτουργεί ως ακριβής κοινωνικός καθρέφτης, αυτό είναι το reality, επειδή τη δείχνει όπως αντέχει να βλέπει τον εαυτό της. Δραματοποιημένη κι εκτεθειμένη. 

Το reality δεν είναι απλώς ψυχαγωγία, αλλά κάτι σαν κοινωνικό πείραμα με μαζική συμμετοχή. Κλείνει ανθρώπους σε σπίτια, νησιά, κουζίνες ή στούντιο, τους αφαιρεί την ιδιωτικότητα και τους ζητά να “είναι ο εαυτός τους” μπροστά σε κάμερες. Η υπόσχεση είναι αυθεντικότητα. Το αποτέλεσμα όμως είναι κάτι πιο σύνθετο: μια σκηνοθετημένη εκδοχή της καθημερινότητας, όπου οι κανόνες της κοινωνίας γίνονται πιο ωμοί, πιο γρήγοροι, πιο σκληροί. 

Στα reality shows η κοινωνική ιεραρχία αποκαλύπτεται χωρίς φίλτρα. Ποιος μιλάει περισσότερο, ποιος επιβάλλεται, ποιος γίνεται συμπαθής, ποιος στιγματίζεται. Φύλο, εμφάνιση, τάξη, προφορά, σώμα, συναισθηματική έκφραση: όλα κρίνονται σε πραγματικό χρόνο. Το κοινό δεν παρακολουθεί απλώς, ψηφίζει, σχολιάζει, ακυρώνει. Η κοινωνική αποδοχή μετατρέπεται σε διαγωνισμό και η δημοφιλία σε νόμισμα

Η εμμονή με τα reality shows δεν προκύπτει από τη χαμηλή τους ποιότητα αλλά από την αποτελεσματικότητά τους. Προσφέρουν απλές αφηγήσεις σε έναν σύνθετο κόσμο. Καλούς και κακούς, νικητές και αποτυχημένους, λύτρωση και εξευτελισμό. Εκεί όπου η πραγματική ζωή σπανίως προσφέρει κάθαρση, το reality την εγγυάται στο τέλος κάθε επεισοδίου. Κάποιος φεύγει, άλλος κλαίει, κάποιος δικαιώνεται. Η τάξη αποκαθίσταται έστω προσωρινά. 

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο τα reality διαχειρίζονται το συναίσθημα. Η ευαλωτότητα γίνεται θέαμα. Το κλάμα γίνεται αφήγηση. Η προσωπική ιστορία μετατρέπεται σε εργαλείο επιβίωσης μέσα στο παιχνίδι. Όποιος δεν "ανοίγεται" χάνεται στο μοντάζ. Όποιος δεν προσφέρει δράμα, εξαφανίζεται και μοιραία σύντομα αποχωρεί.Έτσι, η κοινωνία μαθαίνει και διδάσκεται ότι το συναίσθημα έχει αξία μόνο όταν είναι δημόσιο και χρήσιμο. Ταυτόχρονα τα reality shows λειτουργούν ως σχολείο κοινωνικής συμμόρφωσης. Όποιος αποκλίνει υπερβολικά τιμωρείται, όχι απαραίτητα από την παραγωγή, αλλά από το κοινό. Οι "λάθος" συμπεριφορές γίνονται αντικείμενο χλευασμού, οι "λάθος" απόψεις αιτία αποβολής. Η ανοχή έχει όρια και αυτά τα όρια χαράσσονται συλλογικά, μέσα από likes, tweets και ψηφοφορίες. Το reality δεν επιβάλλει αξίες, τις ζυγίζει. 

Η σχέση κοινού και παικτών είναι βαθιά αντιφατική. Από τη μία υπάρχει ταύτιση. «Θα μπορούσα να είμαι εγώ εκεί μέσα». Από την άλλη υπάρχει απόσταση και ανωτερότητα. «Εγώ δεν θα φερόμουν έτσι». Αυτή η διπλή στάση επιτρέπει στο κοινό να παρακολουθεί χωρίς ενοχές. Οι παίκτες γίνονται φορείς όλων εκείνων που η κοινωνία θέλει να δει, να κρίνει και τελικά να αποβάλει. Σε ενεστώτα χρόνο των social media, τα reality shows δεν τελειώνουν με το επεισόδιο. Συνεχίζονται στο Instagram, στο TikTok, στα σχόλια. Οι παίκτες μετατρέπονται σε brands και η "αυθεντικότητα" σε περιεχόμενο. Η ιδιωτική ζωή γίνεται δημόσια στρατηγική. Το reality απλώς επιταχύνει μια διαδικασία που ήδη υπάρχει: τη μετατροπή της ταυτότητας σε προϊόν. 

Όσο κι αν καταγγέλλονται, τα reality shows επιμένουν, γιατί δεν είναι ξένα προς την κοινωνία, αλλά προέκτασή της. Αντανακλούν την εμμονή με την αναγνωρισιμότητα, την ανάγκη επιβεβαίωσης, τον φόβο της αορατότητας. Σε έναν κόσμο όπου το να σε βλέπουν ισοδυναμεί με το να υπάρχεις, το reality προσφέρει ορατότητα με κάθε κόστος. Ίσως τελικά τα reality shows να μην είναι ο καθρέφτης που θα θέλαμε, αλλά αυτός που μας αξίζει. Δείχνουν τις προκαταλήψεις μας, τις αντιφάσεις μας, την ευκολία με την οποία κρίνουμε και απορρίπτουμε και μας υπενθυμίζουν κάτι άβολο: ότι όσο τα παρακολουθούμε με ειρωνεία ή περιφρόνηση, τόσο συμμετέχουμε στο πείραμα ως κοινωνία που κοιτάζει τον εαυτό της και αντί να αποστρέψει το βλέμμα, πατά "επόμενο επεισόδιο".