Το like έπαψε να είναι χειροκρότημα και έγινε νόμισμα. Στην οικονομία της προσοχής, δεν μετρά τι νιώθεις αλλά αν αντιδράς, και το χρέος συσσωρεύεται σιωπηλά.


Κάποτε το like έμοιαζε με χειροκρότημα, κάτι αναγνωρίσιμο. Κάποιος είδε αυτό που έκανες και σου έγνεψε καταφατικά. Σήμερα το like είναι κάτι άλλο: νόμισμα, παυσίπονο, σήμα επιβίωσης. Δεν επιβεβαιώνει απλώς ότι υπάρχουμε, αλλά μας υπενθυμίζει ότι αν δεν μετρηθούμε κινδυνεύουμε να χαθούμε. Έτσι γεννήθηκε μια παράξενη οικονομία: όχι του χρήματος, αλλά του συναισθήματος και όπως κάθε οικονομία, έχει κανόνες, κερδισμένους, χαμένους και κυρίως χρέη. 

Στα social media δεν ανταλλάσσουμε μόνο πληροφορία, αλλά συνδεόμαστε και με την έννοια της προσοχής. Όταν την κερδίζεις, νιώθεις πλούσιος λόγω της ντοπαμίνης που εκκρίνεται. Όταν τη χάνεις, κάτι μέσα σου αδειάζει. Το feed δε σε ρωτά αν έχεις αντοχές. Σου ζητά να είσαι συνεχώς παρών, διαθέσιμος, έτοιμος να αποδώσεις. Να μιλήσεις με εικόνες, να συμπυκνώσεις τη ζωή σου σε στιγμές που "γράφουν". Η συναισθηματική οικονομία των πλατφορμών δεν ενδιαφέρεται για το τι νιώθεις, αλλά για το αν αντιδράς

Το like είναι η μικρότερη μονάδα αξίας, δε λέει πολλά από μόνο του, αλλά συσσωρεύεται και δημιουργεί ψευδαίσθηση ασφάλειας. Όσο ανεβαίνουν οι αριθμοί, ανεβαίνει και το αίσθημα ότι "πάω καλά". Όταν όμως οι αριθμοί πέφτουν, δεν πέφτει μόνο η απήχηση, ακολουθεί το ηθικό, γιατί το σύστημα έχει εκπαιδεύσει τον εγκέφαλο να συνδέει την αναγνώριση με την ύπαρξη. Δεν είναι ναρκισσισμός ...

Αυτό που κάνει το σύστημα ιδιαίτερα ύπουλο δεν είναι η επιβράβευση, αλλά η ασυνέπειά της. Δεν ξέρεις ποτέ πότε θα έρθει. Ένα post απογειώνεται χωρίς προφανή λόγο, ένα άλλο εξαφανίζεται. Η αβεβαιότητα κρατά τον χρήστη σε εγρήγορση. Όπως στα τυχερά παιχνίδια, η περιστασιακή ανταμοιβή είναι πιο εθιστική από τη σταθερή, έτσι η συναισθηματική οικονομία δεν υπόσχεται χαρά. Υπόσχεται πιθανότητα χαράς κι αυτό αρκεί για να μείνεις. Στο μεταξύ η σχέση μας με το συναίσθημα αλλάζει. Δεν το βιώνουμε για να το κατανοήσουμε, αλλά για να το μεταδώσουμε. Η λύπη πρέπει να έχει κάδρο, η χαρά φίλτρο, ο θυμός ρυθμό. Κάθε συναίσθημα γίνεται περιεχόμενο, άρα προϊόν κι όταν το συναίσθημα δεν αποδίδει, θεωρείται αποτυχία. Δεν "πήγε καλά", δεν "έπιασε". Έτσι, αρχίζουμε να αυτολογοκρινόμαστε αλγοριθμικά: τι αξίζει να νιώσω αν δεν αξίζει να προβληθεί; 

Κάπου εδώ εμφανίζεται το κενό, το επίπεδο κενό της υπερκατανάλωσης. Έχεις δει τα πάντα, έχεις αντιδράσει στα πάντα, αλλά δεν έχει μείνει τίποτα μέσα σου. Το like απλώς καθυστερεί την πείνα κι όσο περισσότερο το χρησιμοποιείς για να ρυθμίσεις τη διάθεσή σου, τόσο λιγότερο λειτουργεί. Η συναισθηματική οικονομία έχει πληθωρισμό, θέλει όλο και περισσότερα για το ίδιο αποτέλεσμα.  Οι πλατφόρμες δε φταίνε επειδή είναι "κακές", αλλά επειδή είναι συνεπείς με το μοντέλο τους. Μετρούν, βελτιστοποιούν, κρατούν. Δεν έχουν συμφέρον να σε αφήσουν να ολοκληρώσεις ένα συναίσθημα. Η ολοκλήρωση είναι έξοδος, η εκκρεμότητα είναι παραμονή, γι’ αυτό το feed δεν τελειώνει ποτέ. Η συναισθηματική οικονομία δεν επενδύει στην πληρότητα, αλλά στη ροή

Εμείς μαθαίνουμε να ζούμε με δείκτες. Να ερμηνεύουμε τη μέρα μας από τις ειδοποιήσεις, να πιστεύουμε ότι κάτι πήγε στραβά όταν "δεν είδε κανείς". Όμως το πιο επικίνδυνο δεν είναι η χαμηλή απήχηση. Η έξοδος δεν είναι η αποχή, αλλά απο-ιεράρχηση. Να θυμηθούμε ότι το like είναι σήμα, όχι νόημα, ότι η προσοχή είναι εργαλείο, όχι ταυτότητα κι ότι κάποια από τα πιο σημαντικά συναισθήματα δεν είναι shareable. Θέλουν χρόνο, σιωπή και αδέξια παρουσία. Αν κάτι μπορεί να σπάσει τη συναισθηματική οικονομία των social media, δεν είναι η οργή, αλλά η επαναφορά του μέτρου: να νιώθουμε πρώτα και να μετράμε μετά, αν μετράμε καθόλου.