Αθώα κουβέντα στο διάλειμμα ή σιωπηλός μηχανισμός φθοράς που διαβρώνει σχέσεις εμπιστοσύνης και επαγγελματικά όρια.


Τα πηγαδάκια στον χώρο εργασίας μοιάζουν σχεδόν αναπόφευκτα. Λίγα λεπτά στην κουζίνα για καφέ, μια χαμηλόφωνη κουβέντα στον διάδρομο, ένα βλέμμα που λέει περισσότερα από όσα ακούγονται. Στην αρχή δείχνουν αθώα, σχεδόν ανθρώπινα. Είναι η ανάγκη για εκτόνωση, για μοίρασμα, για μια μικρή ανάσα μέσα στην πίεση της καθημερινότητας. Κάπου όμως η γραμμή θολώνει και αυτό που ξεκινά ως κοινωνική επαφή μετατρέπεται σε κάτι πιο σύνθετο και συχνά πιο επιβλαβές.

Στην πράξη, τα πηγαδάκια λειτουργούν σαν άτυπα δίκτυα πληροφόρησης. Εκεί κυκλοφορούν φήμες, υποθέσεις, μισές αλήθειες. Ποιος τα έχει με ποιον, ποιος ευνοείται, ποιος θα φύγει, ποιος έκανε λάθος και ποιος το έκρυψε καλά. Αυτή η παράλληλη αφήγηση της εργασιακής ζωής συχνά έχει μεγαλύτερη απήχηση από την επίσημη. Και αυτό ακριβώς είναι το πρώτο πρόβλημα. Όταν η ανεπίσημη κουβέντα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από τη θεσμική επικοινωνία, το έδαφος γίνεται ασταθές.

Ψυχολογικά, τα πηγαδάκια δημιουργούν αίσθηση ένταξης. Όποιος συμμετέχει νιώθει μέσα στον κύκλο, μέρος μιας μικρής ομάδας που ξέρει κάτι παραπάνω. Όποιος μένει απ έξω, συχνά το αντιλαμβάνεται. Η σιωπή, τα χαμηλωμένα βλέμματα, οι κουβέντες που σταματούν απότομα. Έτσι καλλιεργείται ένα κλίμα έμμεσου αποκλεισμού που δεν καταγράφεται ποτέ επίσημα, αλλά γίνεται αισθητό καθημερινά.

Σε επαγγελματικό επίπεδο, η ζημιά είναι πιο ύπουλη. Η φήμη ενός εργαζόμενου μπορεί να αλλοιωθεί χωρίς ποτέ να του δοθεί η δυνατότητα να απαντήσει. Ένα σχόλιο για την απόδοσή του, μια εικασία για τις προθέσεις του, μια υπερβολή που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές ώστε να θεωρηθεί γεγονός. Δεν χρειάζεται κακή πρόθεση. Αρκεί η αμέλεια και η ανάγκη για κουβέντα.

Ιδιαίτερα προβληματικά γίνονται τα πηγαδάκια όταν αφορούν την ιεραρχία. Όταν συζητιούνται αποφάσεις της διοίκησης χωρίς πληροφόρηση, όταν αποδίδονται κίνητρα και σκοπιμότητες χωρίς δεδομένα. Τότε γεννιέται η καχυποψία. Οι εργαζόμενοι αρχίζουν να ερμηνεύουν τα πάντα μέσα από ένα φίλτρο δυσπιστίας. Ακόμη και σωστές αποφάσεις μοιάζουν ύποπτες, απλώς και μόνο επειδή προηγήθηκε η ανεπίσημη κουβέντα.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά. Τα πηγαδάκια δεν είναι πάντα τοξικά. Μπορούν να λειτουργήσουν ως βαλβίδα αποσυμπίεσης, ως τρόπος να ειπωθούν πράγματα που δεν χωρούν σε meeting rooms και emails. Μπορούν να χτίσουν δεσμούς, να δημιουργήσουν αίσθηση ομάδας, να βοηθήσουν κάποιον να μη νιώθει μόνος. Το θέμα δεν είναι η ύπαρξή τους, αλλά το περιεχόμενο και η συχνότητά τους.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πότε η κουβέντα περνά από το ανθρώπινο στο επιζήμιο. Συνήθως όταν αρχίζει να αφορά πρόσωπα αντί για καταστάσεις. Όταν σχολιάζονται χαρακτήρες, επιλογές ζωής, φήμες. Όταν η συζήτηση δεν θα μπορούσε να ειπωθεί ανοιχτά μπροστά στον άνθρωπο που αφορά. Εκεί το πηγαδάκι παύει να είναι απλώς κοινωνικό και γίνεται μηχανισμός φθοράς.

Σε έναν ιδανικό εργασιακό χώρο, η ανάγκη για πηγαδάκια θα ήταν μικρότερη. Η διαφάνεια, η ξεκάθαρη επικοινωνία και η αίσθηση ασφάλειας μειώνουν την ανάγκη για ψιθύρους. Στην πραγματικότητα όμως, λίγοι χώροι είναι ιδανικοί. Γι’ αυτό και η ευθύνη πέφτει συχνά στο άτομο. Στο τι επιλέγει να πει, τι επιλέγει να ακούσει και κυρίως τι επιλέγει να μεταφέρει παρακάτω.