Μία από τις σπουδαιότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, αποκτά για πρώτη φορά Blu-ray έκδοση και παγκόσμια κυκλοφορία από αμερικανικό label. Ο Pete Tombs της εταιρείας Mondo Macabro μιλάει για το «Φόβο».


«O «Φόβος» εμφανίστηκε μέσα σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο, «ξεκλειδώνοντας» τη λογοκρισία και τοποθετώντας τις θεματικές του βιασμού και της σεξουαλικής βίας στο προσκήνιο, όψεις που ήταν παρούσες στο σινεμά τότε, από την «Πηγή των Παρθένων» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, στο «Ψυχώ» του Άλφρεντ Χίτσκοκ και τον «Ηδονοβλεψία» του Μάικλ Πάουελ, όλα από τη δεκαετία του 1960… Έγραψα κάπου αλλού ότι αυτά τα τρία φιλμ και οι δημιουργοί τους, παραβίασαν την κινηματογραφική λογοκρισία που με περισσότερη χαρά δεχόταν τη βία προερχόμενη από διεστραμμένους χαρακτήρες παρά την απλή αναπαράσταση των απολαύσεων της σάρκας. Σε αυτή την ερώτηση, το ελληνικό σινεμά βρισκόταν στην πρώτη γραμμή και δεν «τσιγκουνεύτηκε» να δείχνει τέτοιες σκηνές…

Pixel

Η ταινία «Αμόκ» του 1963 από τον Ντίνο Δημόπουλο δείχνει μία βασανιστική σκηνή συλλογικού και τιμωρητικού βιασμού που διαπράττεται από πρώην Ναζί κατά την αναζήτηση ενός θησαυρού σε ένα ελληνικό νησί. Βιασμοί κατά τη διάρκεια του πολέμου (με ένα ολόκληρο κύμα πατριωτικών φιλμ που γυρίστηκαν υπό τη δικτατορία), τιμωρητικοί ή και ειδεχθείς βιασμοί που τους διέπραξαν μοχθηροί τύποι (δείτε τα φιλμ του Κώστα Καραγιάννη ή την «Καυτή Εκδίκηση» του Ντίμη Δαδήρα) είναι πολλοί στις ελληνικές ταινίες κατά τη διάρκεια του 1960, αλλά «Ο Φόβος» εισάγει την ιδέα του βιασμού που προέρχεται μέσα από τη μιζέρια και τη σεξουαλική «απελπισία», όχι από κάποια ψυχική ασθένεια, ένα μοτίβο επαναλαμβανόμενο στα περισσότερα φιλμ που η πλοκή τους τοποθετείται στην ελληνική ύπαιθρο.

Επειδή η ύπαιθρος και η φύση ποτέ δεν εμφανίζονται σαν μία ειδυλλιακή Εδέμ στο ελληνικό σινεμά, αλλά σαν ένα επικίνδυνο, μυστηριώδες, βίαιο, σχεδόν μυθολογικό μέρος, εκεί που ο «χαζός του χωριού» γίνεται μία μεταφορά για τον φαλλικό σάτυρο (δείτε τα φιλμ «Ο Λιποτάκτης» του Χρήστου Κεφαλά αλλά και την «Κολασμένη Φύση» του 1972 και τη «Μιρέλλα, η σάρκα της ηδονής» του 1973 από τον Παύλο Παρασχάκη ή αργότερα τη «Μανία» του Γιώργου Πανουσόπουλου από το 1985). Σε αυτόν το σκληρό και ζωώδη νατουραλισμό – αναγνωρίζοντας τη σεξουαλική μιζέρια που επιβάλλεται από την κοινωνία και την οικογένεια - έγκειται η ντοστογιεφσκική δύναμη της ταινίας του Μανουσάκη που δεν δικαιολογεί τίποτα αλλά δεν κρίνει κανέναν» διαβάζουμε στο 20σελιδο booklet που συνοδεύει την πολύ φροντισμένη έκδοση σε Blu-ray από το αμερικανικό label Mondo Macabro της ελληνικής ταινίας «Ο Φόβος» του σκηνοθέτη Κώστα Μανουσάκη.



Το παραπάνω επιλεγμένο κομμάτι, μέσα από το booklet της Blu-ray έκδοσης που κυκλοφόρησε μόλις πριν από λίγους μήνες – μέσα στο 2023 - και τώρα είναι sold-out, ανήκει στον γάλλο ιστορικό τέχνης και κινηματογράφου, Jacques Spohr, θιασώτη της πιο περιπετειώδους – ίσως και παραγνωρισμένης – πλευράς του ελληνικού κινηματογράφου των περασμένων δεκαετιών.

O Jacques Spohr, συχνός επισκέπτης της χώρας μας, είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου που αγαπάει τον ελληνικό κινηματογράφο και το δείχνει με κάθε ευκαιρία. Διοργανώνει προβολές με ελληνικές ταινίες στο Παρίσι και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, πριν από λίγες μέρες, μάλιστα, πρόβαλλε ταινίες του Όμηρου – sun, sex, souvlaki- Ευστρατιάδη στη Cinematheque του Παρισιού, κατέχει μία σημαντική συλλογή από έντυπο και οπτικό υλικό γύρω από τον ελληνικό κινηματογράφο που την ανανεώνει συνέχεια, ενώ κυκλοφορεί και την ανεξάρτητη έκδοση L’insatiable, με ολόκληρα τεύχη αφιερωμένα στο Greek Sexploitation της δεκαετίας του 1970, χωρίς να μένει μόνο σε εκείνη την περίοδο, μαζί με εκτενή κείμενα για δημιουργούς όπως ο Όμηρος Ευστρατιάδης (προφανώς), ο σεναριογράφος Γιάννης Τζιώτης, ηθοποιοί όπως η Έλενα Ναθαναήλ, Ζέτα Αποστόλου και Άννα Φόνσου κ.α. Έχει επιμεληθεί και μία ειδική έκδοση αφιερωμένη στη ζωή και στο έργο του σκηνοθέτη Νίκου Νικολαΐδη.



Πώς μία ελληνική ταινία σαν «Ο Φόβος» του 1966 – για πολλά χρόνια θαμμένη στη λάσπη και άγνωστη στο εγχώριο κοινό - συνεχίζει να απασχολεί και να συζητιέται από μία σημαντική μερίδα σινεφίλ από όλο τον κόσμο;

Ο «Φόβος», σε παραγωγή Δαμασκηνός – Μιχαηλίδης,  ήταν η τρίτη και τελευταία ταινία του σκηνοθέτη Κώστα Μανουσάκη (1929-2005). Είχαν προηγηθεί o «Έρωτας Στους Αμμόλοφους» το 1958 και η «Προδοσία» το 1964. Αυτό ήταν. Δεν είχε φτάσει τα 37 του χρόνια όταν ένας από τους σπουδαίους auteur του ελληνικού κινηματογράφου αποφάσισε - ή αναγκάστηκε - να μη γυρίσει άλλη ταινία. Ο ερχομός της χούντας, ένα χρόνο μετά την πρεμιέρα του «Φόβου», ίσως ήταν το καρφί που χώθηκε βαθιά στα σπλάχνα του δημιουργού.

Κάποιοι λένε ότι ήταν δύσκολος συνεργάτης και αρκετά απρόσιτος σαν άνθρωπος. Γύρισε ταινίες με τους δικούς του όρους και avant-garde ματιά, με πρωταγωνιστές του εμπορικού κινηματογράφου (Αλίκη Βουγιουκλάκη, Ανδρέας Μπάρκουλης, Μάνος Κατράκης, Πέτρος Φυσσούν, Μαίρη Χρονοπούλου).  Ίσως, δε θα μάθουμε ποτέ γιατί σταμάτησε να γυρίζει ταινίες.

Ο «Φόβος» υπήρξε, εμπορικά, μία πολύ επιτυχημένη ταινία, κόβοντας κοντά στα 300 χιλιάδες εισιτήρια το 1966. Ήταν η 16η πιο επιτυχημένη ταινία της χρονιάς ανάμεσα σε 101 ελληνικές ταινίες της σεζόν, ένα απλησίαστο νούμερο για τα σημερινά δεδομένα. Είχε ελάχιστη διανομή στο εξωτερικό, πέρα από τη Δυτική Γερμανία και τη Γαλλία (και κάποιες άλλες χώρες), όπου μας έδωσαν και δύο αριστουργηματικά
film posters. Συμμετείχε στο 16ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 1966, όχι, όμως, και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, όπως έχει γραφτεί.

Από εκεί και πέρα, ο «Φόβος» ξεχάστηκε, μέχρι τη στιγμή που παρουσιάστηκε ξανά σε ειδική προβολή στο 46ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2005. Φαίνεται ότι, ανά διαστήματα και ανά γενιές, αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη ταινία. Την έχουμε δει να προβάλλεται και στην ελληνική τηλεόραση, κάποιες φορές μετά τα μεσάνυχτα, σαν μία άλλη soft-core exploitation ταινία.

Τι πραγματεύεται ο «Φόβος»;

Οι βάλτοι της Κωπαΐδας τη δεκαετία του ’60 στήνουν το απόλυτο σκηνικό τρόμου και αρχαίας τραγωδίας. Βυθίζονται τα πόδια των ηρώων μέσα σε αυτούς, δεν μπορούν να αποδράσουν. Τα «αόρατα χέρια» της ελληνικού υπαίθρου, της πατριαρχίας, των θεσμών, της τιμωρίας και της λαγνείας, τους τραβάνε ακόμα πιο κάτω.

Η Άννα (Έλενα Ναθαναήλ), μία νεαρή φοιτήτρια στην Αθήνα, επιστρέφει για λίγες μέρες στα πατρογονικά εδάφη. Είναι η μόνη που κατάφερε να αποδράσει, προσωρινά, από το ασφυκτικό περιβάλλον της οικογένειας και τον μεγαλοκτηματία πατέρα (Αλέξης Δαμιανός), ένας αυταρχικός και μέθυσος πάτερ φαμίλιας. 

Μόνη της παρέα στο χωριό, ο νεαρός μηχανικός Νίκος (Σπύρος Φωκάς) που διατηρεί κρυφή σχέση μαζί του – σκιές και ηδονοβλεπτικά βλέμματα ακολουθούν τους δύο νέους κάθε φορά που βρίσκονται μαζί - και η κωφάλαλη ψυχοκόρη της οικογένειας, Χρύσα (Έλλη Φωτίου), μία αλαφροΐσκιωτη κοπέλα που βλέπει οράματα με την Παναγία.



Την οικογένεια συμπληρώνει η γυναίκα του τσιφλικά Κανάλη (Μαίρη Χρονοπούλου), παγιδευμένη μέσα σε ένα δυστυχισμένο γάμο, σχεδόν ανώνυμη, ζει στην παραίτηση και κινείται γύρω από το καθημερινό πρόγραμμα του συζύγου της, όπως και ο «λοξός» γιος, ο Ανέστης, από τον πρώτο γάμο του Κανάλη, ένας συγκλονιστικός Ανέστης Βλάχος, στην πιο αποκαλυπτική ερμηνεία της καριέρας του.

Ο Ανέστης Κανάλης, ένας καταπιεσμένος σεξουαλικά νέος, κατηφής και σκοτεινός, βιάζει την ψυχοκόρη της οικογένειας (Έλλη Φωτίου) σε ένα στάβλο με χήνες, τη σκοτώνει και στη συνέχεια – με τη βοήθεια του πατέρα και της μητριάς του – πετάνε το πτώμα στη λίμνη. Εκεί έρχεται ο φόβος. Ο φόβος της Άννας που υποπτεύεται τον Ανέστη μετά την εξαφάνιση της Χρύσας και φοβάται ότι αυτή θα είναι το επόμενο θύμα, ο φόβος της οικογένειας ότι θα αποκαλυφθεί η αλήθεια, ο φόβος ότι τίποτα δεν αλλάζει σε αυτόν τον καταραμένο τόπο.

Το τελευταίο
act της ταινίας, κατά τη διάρκεια του γάμου της Άννας, σαν να μην τρέχει τίποτα, σαν να μην υπήρχε ποτέ Χρύσα, με τον πατέρα να φωνάζει στο γιο «χόρεψε ρε!», δεν πρέπει να τους καταλάβουν, είναι μεθυστικό και ντελιριακό. Η avant-garde μουσική υπόκρουση του Γιάννη Μαρκόπουλου εξυψώνει το φινάλε στα ουράνια ή καλύτερα μας ρίχνει ακόμα πιο βαθιά στο βάλτο. Δεν θα αργήσει να έρθει η αποκάλυψη.



Ο Pete Tombs της Mondo Macabro μιλάει για το «Φόβο» και την Blu-ray έκδοση

Ο «Φόβος» κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες σε μία πολύ φροντισμένη
Blu-ray έκδοση από την αμερικανική Mondo Macabro, με 2K αποκατάσταση, DTS-HD Stereo 2.0 audio track και έξτρα υλικό που περιλαμβάνει ένα μίνι ντοκιμαντέρ για τον Κώστα Μανουσάκη και την  Έλενα Ναθαναήλ. Είναι η πρώτη φορά που η ταινία κυκλοφορεί σε Blu-ray, ένα σημαντικό γεγονός από μόνο του, σε μία έκδοση που πραγματικά την αναδεικνύει και την τιμά. Είναι παράδοξο, και την ίδια στιγμή συναρπαστικό, πώς μία - κατά τα άλλα - μικρή εταιρεία επανεκδόσεων Blu-ray και DVD, cult και ξεχασμένων ταινιών, έριξε το βλέμμα της σε μία ελληνική ταινία του ’60.

Αν «καταδυθούμε» στον πλούσιο κατάλογο της Mondo Macabro, θα βρούμε και άλλες επανεκδόσεις ελληνικών ταινιών. Ποιος θα περίμενε ότι η ταινία μυστηρίου «Μέδουσα» του Γιώργου Λαζόπουλου από το 1998, με την Ελένη Φιλίνη και τον Θάνο Αμοργινό, μία ταινία που δεν είδε κανείς στην Ελλάδα, θα έβρισκε το δικό της niche κοινό στο εξωτερικό; Ή τους «Εραστές στη Μηχανή του Χρόνου» του 1990 από τον Δημήτρη Παναγιωτάτο; Κάποιες χιλιάδες σινεφίλ και συλλέκτες ανά τον κόσμο  απολαμβάνουν στις οθόνες τους αυτές τις ταινίες, τη στιγμή που στην Ελλάδα θεωρούνται ξεχασμένες.



H Mondo Macabro, μόνο τυχαίο label δε μπορεί να θεωρηθεί. Με μακρά ιστορία 25 χρόνων – αν προσθέσουμε σε αυτά και κάποια ακόμα πιο εξειδικευμένα και τώρα «νεκρά» sub-labels γύρω από τον ευρωπαϊκό ερωτικό cult κινηματογράφο, τον τρόμο και τα γιαπωνέζικα pink φιλμ –, οι ιδρυτές της, οι Βρετανοί Pete Tombs και Andy Starke, ρίχνουν φως στο σκοτάδι του παγκόσμιου κινηματογράφου και δίνουν νέα ζωή και μία νέα ευκαιρία σε ταινίες χαμένες στο χρόνο. Άλλο ένα παράδοξο είναι πώς ο «Φόβος» συναντά και «συνομιλεί» με τους άλλους τίτλους της εταιρείας.

Το όνομα του label προέρχεται από το βιβλίο Mondo Macabro: Weird & Wonderful Cinema Around the World του Pete Tombs από το 1997, ένα από τα καλύτερα αναγνώσματα για τον παγκόσμιο, παράξενο και ακραίο κινηματογράφο, που μας ταξιδεύει από το cult σινεμά της Τουρκίας μέχρι τη Βραζιλία και την Ινδονησία. Ακολούθησε και μία μίνι σειρά ντοκιμαντέρ για λογαριασμό του Channel 4.

Συγγραφέας, αρθρογράφος σε έντυπα όπως The Guardian, The Independent, Sight and Sound και σε μία πλειάδα από άλλα μικρότερα και πιο obscure έντυπα, τηλεοπτικός και κινηματογραφικός παραγωγός (έχει βάλει το χεράκι του και στο trippyA Field in England” του Ben Wheatley), ο Pete Tombs μας μίλησε για το «Φόβο», το ενδιαφέρον του για το ελληνικό σινεμά και το χρονικό της κυκλοφορίας του Blu-ray.



-Πότε άκουσες για πρώτη φορά για το «Φόβο» και πότε είδες το φιλμ;

Νομίζω, πρέπει να ήταν μέσα από ένα
online άρθρο. Βλέπω ελληνικές ταινίες εδώ και χρόνια, και όταν άρχισα να τις ψάχνω περισσότερο, σκέφτηκα ότι μπορεί να υπάρχει κάτι για το δικό μας label, Mondo Macabro, που επανεκδίδει και κυκλοφορεί μικρές exploitation ταινίες ή ακραίο σινεμά. Είδα ότι ίσως υπάρχει κάτι στο ελληνικό σινεμά, κάτι που δεν έχει συζητηθεί αρκετά προς τα έξω. Πολλά χρόνια πριν, δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, με κάλεσαν στο Greek Cult Film Festival στην Αθήνα, αλλά δεν μπόρεσα να παραβρεθώ για διάφορους λόγους, αλλά σκέφτηκα «hey, ίσως υπάρχει κάτι εκεί». Όταν προσπάθησα να βρω περισσότερα πράγματα για το ελληνικό σινεμά μέσα στα χρόνια, δεν βρήκα πολλά πράγματα, βιβλία κ.λπ.

Τέλος πάντων, βρήκα κάποια στοιχεία online και νομίζω εκεί ήταν που βρήκα κάποια περισσότερα πράγματα για το «Φόβο». Ήταν αρκετά δημοφιλές φιλμ τότε και αμφιλεγόμενο. Αργότερα, πέρασε στη λήθη, ξεχάστηκε. Λίγο καιρό μετά, ήρθα σε επαφή με μία μεγάλη ελληνική εταιρεία παραγωγής (σ.σ. Καραγιάννης-Καρατζόπουλος) και άρχισα να παίρνω τα δικαιώματα για διάφορες ταινίες. Η εταιρεία είχε πάρει πολλές ταινίες από άλλους έλληνες σκηνοθέτες και παραγωγούς που έκλεισαν τη δική τους εταιρεία ή πτώχευσαν. Για παράδειγμα, είχαν πολλές ταινίες παραγωγής James Paris… Πήραμε κάποιες από αυτές και κάποιες δικές τους παραγωγές. Και τα πήγαν πολύ καλά, είχαμε πολύ ενδιαφέρουσες αντιδράσεις όταν τις επανεκδώσαμε. Δεν ήταν όλες οι αντιδράσεις θετικές…

Αγοράσαμε πολλές ταινίες για ένα χρονικό διάστημα. Μου είχαν στείλει έναν online κατάλογο αλλά ήταν στα ελληνικά. Ήταν δύσκολο για έναν Άγγλο να διαβάσει ελληνικά, δεν μπορούσα να διαβάσω τα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου. Ήταν μπελάς τότε να βρω άκρη. Χρησιμοποίησα και το Google Translate και διάφορα άλλα εργαλεία που σίγουρα είναι χρήσιμα αλλά και κάποιες φορές δε σε οδηγούν στα σωστά αποτελέσματα. Έτσι, ξεκίνησα να ψάχνω αυτούς τους καταλόγους που μου έστειλαν, μετάφραζα λίγο από εδώ και λίγο από εκεί, όσο μπορούσα, και έψαχνα για ενδιαφέροντες τίτλους…

Ήταν δύσκολη δουλειά, έφτιαξα μία λίστα, αυτή η ταινία ίσως έχει ενδιαφέρον, η άλλη, ανάμεσά τους και ο «Φόβος». Και όταν άρχισα να ψάχνω online περισσότερο, hey, αυτή ήταν μία ταινία για την οποία είχα διαβάσει πριν από κάποια χρόνια, ακούγεται πολύ ενδιαφέρουσα. Τελικώς, βρήκα μία κόπια της ταινίας που προερχόταν από τηλεοπτική προβολή και είχε υπότιτλους. Είναι οπτικά μία πολύ όμορφη ταινία, με εντυπωσίασε. Δε λέω ότι και άλλα ελληνικά φιλμ δεν είναι οπτικά όμορφα , υπάρχουν κάποια καταπληκτικά, σίγουρα, αλλά αυτή φαίνεται ότι ξέρει να λέει μία ιστορία μέσα από εικόνες. Πραγματικά, κάτι σπάνιο στο σινεμά.


-Ήταν δύσκολο να πάρετε τα δικαιώματα και να βρείτε μία καλή κόπια του φιλμ;

Δεν ήταν κάτι το δύσκολο γιατί είχαμε κάνει και άλλες δουλειές με αυτή την εταιρεία (Καραγιάννης – Καρατζόπουλος). Είδα την κόπια που μου έστειλαν που ήταν καλή αλλά όχι ακριβώς αυτή που ήθελα. Έτσι αναλάβαμε με δικά μας έξοδα το σκανάρισμα και μετά κάναμε το δικό μας
grading και αποκατάσταση σε 2K από το αυθεντικό αρνητικό. Το κυριότερο πράγμα που ήθελα ήταν να διατηρήσω την εικόνα του σαν φιλμ, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Πολλές εταιρείες σήμερα επανεκδίδουν ταινίες του ’60, μιλάμε για 60 χρόνια πίσω στο χρόνο, ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Πίστευα ότι πρέπει να φαίνεται σαν φιλμ.



-Τι σε τράβηξε, τελικά, στο «Φόβο»;

Όταν πρωτοείδα το «Φόβο», προφανώς είχα κάποιες προσδοκίες αλλά, ξέρεις, όχι πολλές. Αλλά, πράγματι, από την πρώτη κιόλας εικόνα, ξέρεις ότι αυτό είναι κάτι το ιδιαίτερο. Οι γυναίκες που δουλεύουν στα χωράφια, ο μεγάλος ουρανός και το βάθος πεδίου, ήταν κάπως σκοτεινά, ατμοσφαιρικά και κάπως δυσοίωνα θα έλεγα, με κάποιον τρόπο… Και υπάρχει και αυτή η καταπληκτική μουσική με τα κρουστά και
avant-garde. Η μουσική είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό σε αυτήν την ταινία και της προσθέτει πραγματικά κάτι. Μουσική που σε κάνει να νιώσει κάτι και δεν λειτουργεί στο background.

Και οι ερμηνείες των ηθοποιών ήταν πραγματικά υπέροχες. Εντελώς αληθοφανείς και σε τραβάνε μέσα τους. Υπάρχουν πολλοί χαρακτήρες στο φιλμ και δείχνουν σαν αληθινοί άνθρωποι, όχι μέσα από μία βαρετή και μπανάλ αίσθηση, αλλά βλέπεις ένα βάθος.

Και φυσικά χτίζεται για την τελική κορύφωση… Θα έλεγα ότι τα τελευταία 15 λεπτά του φιλμ, είναι ανάμεσα στα καλύτερα πράγματα που έχω δει ποτέ, πραγματικά εντυπωσιακά… Και όταν το φιλμ τελειώνει, wow, ξέρεις τι έχεις δει και αυτό είναι κάτι πολύ σπάνιο…



Ένα στοιχείο του φιλμ είναι ότι μοιάζει πολύ σύγχρονο στον τρόπο που κινηματογραφήθηκε, η χρήση των καμερών, η κίνησή τους, πολύ
mobile, το σπιρτόζο μοντάζ, οι γωνίες που χρησιμοποιούν, το καδράρισμα, όλα αυτά τα πράγματα, και ξέρεις όταν μιλάω για τη μουσική του… Ο Μανουσάκης διάλεξε, επίσης, τη μουσική, είναι το δικό του φιλμ, ολοκληρωτικά… Είναι μία πραγματικά σπουδαία δουλειά. Και έζησε για άλλα 30 χρόνια ή κάτι τέτοιο, χωρίς να έχει την ευκαιρία να γυρίσει άλλη ταινία, μία τρομερή τραγωδία…

Ευτυχώς, ο κόσμος ανταποκρίθηκε πολύ θετικά. Όταν την κυκλοφορήσαμε, πήραμε κάποιες πραγματικά καλές κριτικές και μας έστελναν μηνύματα στις σελίδες μας στα
social media και έλεγαν πόσο τους άρεσε… Και είναι ενδιαφέρον γιατί όταν πρωτοπήραμε τα δικαιώματα του φιλμ, σχεδίαζα να ξεκινήσω ένα νέο arthouse label, μιας και πολλά πράγματα που βγάζουμε σαν Mondo Macabro κινούνται, αν μπορείς να το πεις έτσι, γύρω από το mottothe wildside of world cinema” («η άγρια πλευρά του παγκόσμιου σινεμά»). Είναι κάπως άδικο για κάποιες περιπτώσεις άλλων φιλμ που είναι άγρια με τους δικούς τους διαφορετικούς τρόπους… Όταν είδα για πρώτη φορά το «Φόβο», θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν ένα arthouse φιλμ, για καλό και για κακό, αλλά σκέφτηκα «όχι, είναι μία τόσο δυνατή δουλειά, ας το βγάλουμε στην Mondo». Χάρηκα πάρα πάρα πολύ που όλοι ανταποκρίνονται θετικά και πολλοί από αυτούς μας είπαν ότι είναι η καλύτερη δουλειά που έχουμε κυκλοφορήσει ποτέ.
 

O Φόβος, 1966
Σκηνοθεσία: Κώστας Μανουσάκης
Παραγωγοί: Δαμασκηνός – Μιχαηλίδης
Πρωταγωνιστές: Έλενα Ναθαναήλ, Ανέστης Βλάχος, Έλλη Φωτίου, Μαίρη Χρονοπούλου, Αλέξης Δαμιανός, Σπύρος Φωκάς, Θόδωρος Κατσαδράμης, Γιώργος Σήφης
Διάρκεια: 106’