Το νέο ντοκιμαντέρ του Netflix για το America’s Next Top Model φέρνει στην επιφάνεια τη σκοτεινή «ομίχλη» της ριάλιτι παραγωγής, εκεί όπου η κάμερα δεν σταματά ποτέ και η ευθύνη μοιάζει να μην ανήκει σε κανέναν.
Η σύγχρονη ποπ κουλτούρα αποκαλύπτει περισσότερα για τις δομές εξουσίας απ’ όσα θα ήθελε. Το ντοκιμαντέρ του Netflix για το America’s Next Top Model δεν είναι απλώς μια αναδρομή σε ένα εμβληματικό ριάλιτι των 00s. Είναι μια μελέτη πάνω στην “ομίχλη” της ριάλιτι τηλεόρασης εκεί όπου η ευθύνη διαχέεται, η ηθική θολώνει και οι άνθρωποι μετατρέπονται σε υλικό αφήγησης.
Το America’s Next Top Model δημιούργημα και όχημα της Tyra Banks υπήρξε για 24 κύκλους ένα τηλεοπτικό φαινόμενο. Έφτιαξε καριέρα για τους πρωταγωνιστές, παρήγαγε memes, στιγμές τηλεοπτικής υστερίας και μια ολόκληρη αισθητική εποχής. Παράλληλα όμως καλλιέργησε ένα περιβάλλον έντασης, εξευτελισμού, ψυχολογικής πίεσης. Το νέο ντοκιμαντέρ επιστρέφει σε αυτά τα χρόνια με τη σοφία της απόστασης και σε μία συγκεκριμένη ιστορία, αυτή της Shandi Sullivan στο Μιλάνο, με το βλέμμα να γίνεται σκοτεινό.
Η Sullivan ήταν 21 ετών, φιναλίστ σε έναν από τους πρώτους κύκλους. Ένα κορίτσι που περιγραφόταν ως “ασχημόπαπο” που μεταμορφώνεται σε “κύκνο”. Ένα αφήγημα τηλεοπτικά ιδανικό: ανασφάλεια, αναγνώριση, μεταμόρφωση. Στο ταξίδι των φιναλίστ στην Ιταλία, ένα βράδυ με αλκοόλ, ένταση και κάμερες 24/7 κατέληξε σε μια σεξουαλική συνεύρεση που το επεισόδιο παρουσίασε ως “απιστία”. Ο τίτλος: The Girl Who Cheated.
Τότε το κοινό είδε μια νεαρή γυναίκα να κλαίει, να ομολογεί στον σύντροφό της στο τηλέφωνο, να καταρρέει μπροστά στις κάμερες. Δεν είδε την πιθανότητα τραύματος. Σήμερα η ίδια περιγράφει κάτι διαφορετικό. Θυμάται αποσπασματικά, μιλά για μέθη, εξάντληση, έλλειψη ύπνου και φαγητού. Για ένα πρωτότυπο blackout, για μια κατάσταση όπου “δεν ένιωθε καν το σεξ να συμβαίνει, απλώς ήξερε ότι συνέβαινε” και για το γεγονός ότι όλο αυτό καταγράφηκε.
Το ντοκιμαντέρ δεν χρησιμοποιεί νομικούς χαρακτηρισμούς. Δεν μιλά ρητά για επίθεση, αλλά θέτει το κρίσιμο ερώτημα: τι όφειλε να κάνει η παραγωγή όταν μια 21χρονη διαγωνιζόμενη φαινόταν ανήμπορη να συναινέσει και γιατί η κάμερα συνέχισε να γράφει;
Εδώ αναδύεται αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί “ομίχλη της ριάλιτι τηλεόρασης”. Σε έναν πόλεμο, η ομίχλη περιγράφει τη σύγχυση, την έλλειψη καθαρής πληροφόρησης, την αδυναμία απόδοσης ευθύνης. Στην τηλεοπτική παραγωγή η ομίχλη γεννιέται από την ιεραρχία. Οι τεχνικοί ακολουθούν εντολές, οι παραγωγοί επικαλούνται το φορμάτ, οι παρουσιαστές δηλώνουν ότι “δεν είναι δική τους αρμοδιότητα” κι έτσι κανείς δεν φαίνεται να είναι υπεύθυνος.
Η Tyra Banks στο ντοκιμαντέρ δείχνει αμηχανία. Ο Ken Mok, συνδημιουργός υποστηρίζει ότι το σόου αντιμετωπιζόταν ως “ντοκιμαντέρ” και ότι οι διαγωνιζόμενες γνώριζαν πως οι κάμερες κατέγραφαν τα πάντα. Όμως η επίκληση του cinéma vérité δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση παρέμβασης όταν τίθεται ζήτημα ασφάλειας ή συναίνεσης. Η πιο αποκαλυπτική σκηνή είναι η περιγραφή της πρωταγωνίστριας ότι οι δύο τεχνικοί που κατέγραφαν το τηλεφώνημά της, της ζήτησαν συγγνώμη μετά. «Ήξεραν ότι αυτό δεν ήταν σωστό». Ήξεραν, αλλά δεν μπορούσαν να σταματήσουν.
Αυτή η αίσθηση αδυναμίας είναι ίσως η πιο ανησυχητική διάσταση. Σε μια βιομηχανία που υπόσχεται “αυθεντικότητα”, η εξουσία βρίσκεται πάντα αλλού. Οι νεαρές γυναίκες του σόου ήταν σε ηλικία ενηλικίωσης. Πολλές προέρχονται από ευάλωτα περιβάλλοντα. Ζητούσαν αναγνώριση, επιβεβαίωση, διέξοδο. Η τηλεόραση τους πρόσφερε ορατότητα με αντάλλαγμα την έκθεση.
Το πολιτισμικό πλαίσιο των αρχών του 2000 ήταν διαφορετικό. Η κουλτούρα του Girls Gone Wild κανονικοποιούσε τη δημόσια σεξουαλική έκθεση. Όμως ακόμη και τότε η ιδέα ότι η συναίνεση προϋποθέτει νηφαλιότητα δεν ήταν άγνωστη. Το ζήτημα δεν είναι μόνο τι έγινε. Το επεισόδιο εστίασε στην “προδοσία” προς τον σύντροφο, όχι στην κατάσταση της ίδιας. Το δράμα έγινε εργαλείο τηλεθέασης. Η ντροπή μετατράπηκε σε πλοκή.
Δύο δεκαετίες μετά, η Sullivan παραμένει σημαδεμένη και το ντοκιμαντέρ όσο αποκαλυπτικό κι αν είναι δεν προσφέρει κάθαρση. Κανείς δεν αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη, η παραγωγή επικαλείται το φορμάτ. Οι δημιουργοί μιλούν για τα λάθη της εποχής. Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο ερώτημα. Η ριάλιτι τηλεόραση βασίζεται στη σύγκρουση, στην υπέρβαση ορίων, στη συναισθηματική έκρηξη. Όσο πιο ακραία η στιγμή, τόσο πιο “καλή” η τηλεόραση. Όταν όμως η στιγμή αγγίζει τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ποιος αποφασίζει πού σταματά η καταγραφή και πού αρχίζει η ευθύνη;
*Με στοιχεία από το TIME






