Όταν η ελευθερία έκφρασης συγκρούεται με τη δημόσια κριτική και τη διαδικτυακή τιμωρία.


Τα social media υποτίθεται ότι μας έδωσαν φωνή. Μας έδωσαν χώρο να εκφραστούμε, να μοιραστούμε σκέψεις, να πάρουμε θέση. Κι όμως, όσο περισσότερο μιλάμε δημόσια, τόσο περισσότερο φοβόμαστε να πούμε αυτό που πραγματικά σκεφτόμαστε. Γιατί σήμερα, μια άποψη μπορεί να γίνει screenshot, ένα σχόλιο να αποκοπεί από το πλαίσιο και μια λέξη να αρκεί για να ξεκινήσει το cancel culture.

Το cancel culture γεννήθηκε ως ανάγκη λογοδοσίας. Ως ένας τρόπος να επισημαίνονται προβληματικές συμπεριφορές, ρατσισμός, σεξισμός, κατάχρηση εξουσίας. Σε πολλές περιπτώσεις, έδωσε φωνή σε ανθρώπους που μέχρι τότε δεν είχαν. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η λογοδοσία μετατρέπεται σε δημόσια διαπόμπευση και η συζήτηση σε τιμωρία χωρίς διάλογο.

Ο φόβος έκφρασης άποψης δεν αφορά μόνο τους διάσημους. Αφορά και εσένα. Πριν ανεβάσεις κάτι, σκέφτεσαι αν θα παρεξηγηθεί. Αν θα δεχτείς επίθεση. Αν θα χάσεις φίλους, δουλειές, ευκαιρίες. Έτσι, επιλέγεις τη σιωπή ή την ουδέτερη άποψη. Όχι επειδή δεν έχεις κάτι να πεις, αλλά επειδή φοβάσαι το κόστος.

Κάπως έτσι, η δημόσια συζήτηση γίνεται πιο φτωχή. Όχι επειδή δεν υπάρχουν απόψεις, αλλά επειδή δεν εκφράζονται. Οι άνθρωποι αρχίζουν να μιλούν μόνο όταν συμφωνούν με την πλειοψηφία. Όταν νιώθουν «ασφαλείς». Κι αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχει χώρος για λάθος, εξέλιξη ή αλλαγή γνώμης.

Το cancel culture συχνά λειτουργεί με απόλυτους όρους. Ή είσαι «σωστός» ή είσαι «λάθος». Δεν υπάρχει ενδιάμεσο. Δεν υπάρχει πλαίσιο. Δεν υπάρχει η πιθανότητα ότι κάποιος μπορεί να μην ήξερε, να έκανε λάθος ή να εξελίχθηκε. Κι όμως, η εξέλιξη είναι βασικό κομμάτι της ανθρώπινης εμπειρίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι απόψεις είναι ίσες ή ότι δεν πρέπει να υπάρχει κριτική. Σημαίνει όμως ότι η κριτική χρειάζεται στόχο την κατανόηση, όχι την εξόντωση. Όταν η αντίδραση γίνεται πιο βίαιη από το ίδιο το λάθος, τότε κάτι χάνεται. Και αυτό το κάτι είναι ο διάλογος.

Για τους νέους ανθρώπους, ο φόβος αυτός είναι ακόμα πιο έντονος. Μεγαλώνουν σε έναν κόσμο όπου το ψηφιακό αποτύπωμα δεν σβήνει. Ένα post από τα 17 μπορεί να σε ακολουθεί στα 27. Ένα αδέξιο σχόλιο μπορεί να ορίσει την εικόνα σου για χρόνια. Έτσι, μαθαίνεις να αυτολογοκρίνεσαι. Να προσαρμόζεις τον λόγο σου. Να κρύβεις κομμάτια του εαυτού σου.

Όμως μια κοινωνία που φοβάται να μιλήσει δεν μπορεί να προχωρήσει. Οι δύσκολες συζητήσεις είναι απαραίτητες. Οι διαφορετικές απόψεις είναι αναγκαίες. Όχι για να επιβεβαιώνουμε ο ένας τον άλλον, αλλά για να μαθαίνουμε. Για να αμφισβητούμε. Για να εξελισσόμαστε.

Ίσως το ζητούμενο δεν είναι να “ακυρώσουμε” λιγότερο, αλλά να ακούμε περισσότερο. Να κάνουμε ερωτήσεις πριν βγάλουμε συμπεράσματα. Να αφήνουμε χώρο για διόρθωση και συγγνώμη. Να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε post υπάρχει ένας άνθρωπος — όχι μόνο μια άποψη.

Το θάρρος να εκφράσεις τη γνώμη σου σήμερα δεν είναι δεδομένο. Είναι επιλογή. Και συχνά, είναι ρίσκο. Αλλά χωρίς αυτό το ρίσκο, χάνεται η ουσία της επικοινωνίας. Γιατί η ελευθερία έκφρασης δεν έχει αξία μόνο όταν συμφωνούμε. Έχει αξία ακριβώς όταν διαφωνούμε — με σεβασμό, με ενσυναίσθηση και με διάθεση να καταλάβουμε.

Σε έναν κόσμο που ακυρώνει γρήγορα, ίσως η πιο ριζοσπαστική πράξη είναι να μιλήσεις ανθρώπινα.