Το αρχαιότερο κοχύλι του κόσμου έβγαλε νότες μετά από 17.000 χρόνια και έχουμε το ηχητικό απόσπασμα

Ανακαλύφθηκε το 1931 στο σπήλαιο Μαρσούλας και αρχικά λειτουργούσε ως σπίτι για το σαλιγκάρι  Charonia Lampas

Κείμενο: Κατερίνα Ανδρομιδά

Θα λέγαμε ότι είναι αγαπημένη ασχολία των μικρών και των τόσο μεγάλων σε ηλικία που δεν δικαιολογείται αυτός ο ζήλος για τους δεύτερους να ψάχνουν ακόμη κοχύλια στην άμμο ή στα πολύ βαθιά. Ή μάλλον δικαιολογείται απόλυτα, αφού η επαφή με τη φύση (και αυτή η ασχολία που δημιουργεί μία ανεξήγητη χαρά μέσα από την εξερεύνηση)  είναι μέρος της σχέσης που αναπτύσσουμε κυρίως τα καλοκαίρια μαζί της. Αυτό που δεν μας πέρασε ποτέ από το μυαλό πάντως σχετικά με τα κοχύλια ήρθε να μας το μάθει η «Guardian» η οποία δικαίως ασχολήθηκε με το θέμα.

Η δεύτερη ευχάριστη είδηση για το 2021 μετά το ξεκίνημα (;) του εμβολιασμού δεν έχει καμία σχέση με την πανδημία αλλά με την αρχαιότητα. Τα φώτα πέφτουν τώρα πάνω στο κοχύλι που ''μίλησε'' μετά από 17.000 χρόνια. Το κοχύλι ή αλλιώς το αρχαιότερο έναυσμα για να αρχίσουμε μετά από χιλιάδες χρόνια να ασχολούμαστε με πνευστά μουσικά όργανα. Το κοχύλι που έγινε ανάρπαστο τις τελευταίες μέρες από την Guardian  είναι το αρχαιότερο όλων, έχει ύψος 31 εκατοστά, διάμετρο 18 εκατοστά και πάχος 0,8 εκατοστά και αν αργούσε τρία χρόνια να ''λαλήσει'',  θα καταγραφόταν λίγο πιο συναρπαστικά στα χρονικά της ιστορίας, ''κοχύλι έβγαλε ήχο μετά από 20.000 χρόνια''. 

kxl.jpg

 

Για την ιστορία, το κοχύλι είχε βρεθεί κοντά στο 1931 στα Πυρηναία στο σπήλαιο Μαρσούλας. Και όσο ακόμη περνούσε απαρατήρητο και δεν κινούσε υποψίες για τη χρησιμότητά του ως μουσικό πνευστό, λειτουργούσε ως σπίτι για ένα είδος θαλάσσιου σαλιγκαριού, ονόματι Charonia Lampas. Η φοβερή ανακάλυψη ότι το κοχύλι μπορούσε να εκτελέσει πιο καλλιτεχνικά χρέη ήρθε χρόνια αργότερα όταν ένας μουσικός ανέλαβε να ασχοληθεί πιο διεξοδικά μαζί του παράγοντας τελικά τους πρώτους ήχους. Ο ίδιος ασχολούταν με χάλκινα πνευστά οπότε οι πρώτες νότες ήρθαν πολύ γρήγορα όταν το έπιασε στα χέρια του. Τέλος, εύσημα για αυτή την ανακάλυψη αξίζουν στο Γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS), το Πανεπιστήμιο της Τουλούζ και το Musée du quai Branly-Jacques Chirac στο Παρίσι.