Η Blake Lively δηλώνει ότι θα επιμείνει στη δικαστική της διεκδίκηση για αντίποινα και «ψηφιακή βία», αφού δικαστής απέρριψε τις περισσότερες αξιώσεις της, αλλά άφησε τρεις να οδηγηθούν σε δίκη.


Η Blake Lively δήλωσε πρόσφατα ότι σκοπεύει να συνεχίσει τον αγώνα της κατά της ψηφιακής βίας, μία ημέρα αφότου δικαστής απέρριψε σημαντικό μέρος των καταγγελιών της στην υπόθεση που έχει ανοίξει εναντίον του συμπρωταγωνιστή της, Justin Baldoni.

Σε ανάρτησή της στο Instagram, η Lively τόνισε ότι η «ουσία» της υπόθεσής της θα κριθεί από σώμα ενόρκων τον επόμενο μήνα. Πρόσθεσε επίσης ότι περιμένει να αφηγηθεί την εμπειρία της στο δικαστήριο.

Τι λέει ότι την οδήγησε στη δικαστική οδό

Η Blake Lively υποστήριξε ότι η προσφυγή της στη Δικαιοσύνη δεν ήταν επιλογή που επιδίωξε, αλλά αποτέλεσμα των συνθηκών που, όπως λέει, αντιμετώπισε. Σύμφωνα με την ίδια, έφερε την υπόθεση λόγω των «διάχυτων αντιποίνων» που ισχυρίζεται ότι δέχτηκε, επειδή ζήτησε, σε ιδιωτικό και επαγγελματικό επίπεδο, ένα ασφαλές εργασιακό περιβάλλον για την ίδια και για άλλους.

Στο ίδιο μήνυμα, ανέφερε ότι ελπίζει η δικαστική απόφαση να λειτουργήσει ως ένδειξη προς άλλους ανθρώπους πως, όσο επώδυνο κι αν είναι, μπορούν να μιλήσουν.

Οι βασικοί ισχυρισμοί: παρενόχληση και ψηφιακή δυσφήμηση

Η Lively έχει ισχυριστεί ότι υπέστη σεξουαλική παρενόχληση κατά τη διάρκεια της παραγωγής. Παράλληλα, υποστήριξε ότι ο Baldoni και οι δημοσιοσχετίστες του οργάνωσαν μια ψηφιακή εκστρατεία δυσφήμησης με στόχο να πληγεί η φήμη της, αφού εκείνη διαμαρτυρήθηκε για όσα καταγγέλλει ότι συνέβησαν.

Στην τοποθέτησή της, προέτρεψε το κοινό να μην παρασυρθεί από την παρουσίαση της υπόθεσης ως «celebrity drama». Όπως σημείωσε, αυτή η «πλαισίωση» κατά τη δική της διατύπωση, έχει σκοπό να εμποδίσει τους ανθρώπους να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους σε όσα περιγράφει.

Η ψηφιακή βία, κατά την ίδια, δεν είναι «αφηρημένη» απειλή

Η Χολιγουντιανή ηθοποιός έγραψε ότι ο σωματικός πόνος που μπορεί να συνδέεται με την ψηφιακή βία είναι «απολύτως πραγματικός» και χαρακτήρισε το φαινόμενο ως κακοποίηση. Υπογράμμισε ότι δεν πρόκειται για κάτι που αφορά μόνο την επικαιρότητα.

Επιπλέον, ανέφερε ότι οι ισχυρισμοί της δεν θα είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που θα εμφανιστούν παραδείγματα των κινδύνων που, όπως λέει, συνδέονται με τα αντίποινα και τον «ψηφιακό πόλεμο». Τόνισε ότι συχνά τέτοιες πρακτικές δεν στοχεύουν διασημότητες ή ανθρώπους που μπορούν εύκολα να μιλήσουν, αλλά επηρεάζουν ευρύτερα την κοινωνία.

Τι αποφάσισε το δικαστήριο και τι μένει «ζωντανό»

Ο δικαστής Lewis Liman απέρριψε 10 από τις 13 αξιώσεις στην αγωγή της Lively, συμπεριλαμβανομένων ισχυρισμών που αφορούσαν σεξουαλική παρενόχληση, δυσφήμηση και συνωμοσία. Ωστόσο, επέτρεψε να προχωρήσουν σε δίκη τρεις αξιώσεις: αντίποινα, συνδρομή και υποβοήθηση σε αντίποινα, καθώς και παραβίαση σύμβασης.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστή, η Blake Lively δεν μπορούσε να εγείρει αξίωση σεξουαλικής παρενόχλησης βάσει ομοσπονδιακού δικαίου, επειδή θεωρήθηκε ανεξάρτητη συνεργάτιδα και όχι εργαζόμενη. Επιπλέον, δεν μπορούσε να στηρίξει ισχυρισμό παρενόχλησης στη νομοθεσία της California, καθώς η παραγωγή πραγματοποιήθηκε στο New Jersey.

Στο κομμάτι των αντιποίνων, ο Liman έκρινε ότι η Lively παρουσίασε μια εύλογη βάση ότι οι καταγγελίες της για παρενόχληση έγιναν καλή τη πίστει. Αυτό σημαίνει ότι οι ένορκοι θα κληθούν να αποφασίσουν εάν υπέστη παράνομες συνέπειες επειδή τις υπέβαλε.

Η στάση της WME και το πλαίσιο γύρω από την υπόθεση

Το πρακτορείο της, WME, το οποίο διέκοψε τη συνεργασία του με τον Baldoni λόγω κατηγοριών που συνδέονται με την ταινία «It Ends With Us», εξέδωσε δήλωση στήριξης προς τη Lively και τις εναπομείνασες αξιώσεις της. Σύμφωνα με το πρακτορείο, η υπόθεση συνέβαλε στο να αναδειχθεί η ζημιά που μπορούν να προκαλέσουν συγκαλυμμένες ψηφιακές εκστρατείες υπονόμευσης.

Στη δήλωση της WME αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι σε έναν χώρο όπου συχνά ζητείται από τις γυναίκες να απορροφούν το κόστος και να παραμένουν σιωπηλές, η Lively επέλεξε να υπερασπιστεί τον εαυτό της και άλλους ανθρώπους που ενδέχεται να μην έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Η WME υποστηρίζει ακόμη ότι, παρά τις προσπάθειες να μετατραπεί η υπόθεση σε θέαμα, η Lively κράτησε την προσοχή στα γεγονότα, στη λογοδοσία και στο δικαίωμα να μιλά κανείς χωρίς φόβο αντιποίνων.

Τι αποκαλύπτει η υπόθεση για τη δημόσια αφήγηση;

Πίσω από μια τέτοια υπόθεση, όμως, υπάρχει κάτι που ξεπερνά τα πρόσωπα και τα headlines. Η έννοια της «ψηφιακής βίας» παραμένει συχνά υποτιμημένη, σχεδόν αφηρημένη, μέχρι τη στιγμή που γίνεται στοχευμένη και επίμονη. Σε έναν online χώρο που λειτουργεί με ταχύτητα και ένταση, η δυσφήμηση, τα coordinated σχόλια και η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας κάποιου δεν μοιάζουν πάντα με κακοποίηση, αλλά συχνά παράγουν πολύ πραγματικές συνέπειες. Και ίσως αυτό είναι που δυσκολεύει περισσότερο τη συζήτηση, αφού δεν υπάρχει πάντα ένα ξεκάθαρο όριο ανάμεσα στην «άποψη» και στην οργανωμένη επίθεση.

Την ίδια στιγμή, τέτοιες υποθέσεις επαναφέρουν ένα γνώριμο μοτίβο για το πώς αντιμετωπίζονται οι γυναίκες που μιλούν δημόσια. Η μετατόπιση της συζήτησης προς το αν πρόκειται για «δράμα» ή «υπερβολή» λειτουργεί συχνά σαν ένας τρόπος αποφόρτισης της ουσίας. Όχι απαραίτητα συνειδητά, αλλά σχεδόν μηχανικά. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή να επιμείνει κανείς, ακόμη και όταν το αφήγημα γύρω του αλλάζει, δεν είναι μόνο προσωπική υπόθεση αλλά και μια υπενθύμιση του πόσο εύκολα η δημόσια σφαίρα μπορεί να αποδυναμώσει ή να διαστρεβλώσει μια εμπειρία.