Όσο περισσότερο κυνηγάμε το work–life balance, τόσο περισσότερο μοιάζει με κάτι που μπήκε στο παιχνίδι για να μας κρατά λειτουργικούς μέσα σε μια διαρκή πίεση.
Οι περισσότεροι έχετε ακούσε τη φράση: work–life balance που ισοδυναμεί με την ισορροπία δουλειάς και ζωής. Σαν να πρόκειται για μαθηματική εξίσωση σαν να μπορείς να χωρίσεις το εικοσιτετράωρο σε δύο καθαρά κουτάκια. Από εδώ η παραγωγικότητα, από εκεί η ύπαρξη. Τι γίνεται όμως αν αυτή η ισορροπία δεν είναι πραγματική κατάσταση, αλλά αφήγημα; Ένας μύθος που γεννήθηκε μέσα στη μεσαία τάξη για να αντέξει την πίεση χωρίς να την αμφισβητήσει;
Η γενιά 25–40 μεγάλωσε με μια υπόσχεση: αν σπουδάσεις, αν προσπαθήσεις, αν δουλέψεις σκληρά, θα έχεις και καριέρα και ζωή. Αξιοπρεπή μισθό, αλλά και χρόνο για τον εαυτό σου. Σταθερότητα, αλλά και ελευθερία. Η εργασία δεν θα καταπιεί το υπόλοιπο της ύπαρξης, θα τη χρηματοδοτήσει. Στην πράξη όμως η εργασία έγινε το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσπαθείς να στριμώξεις τη ζωή σου. Το κινητό δεν κλείνει, τα email δεν σταματούν. Η remote εργασία διέλυσε τα όρια ανάμεσα στο γραφείο και το σπίτι. Η ευελιξία μεταφράστηκε σε διαθεσιμότητα ξθι η ισορροπία μετατράπηκε σε διαρκή διαπραγμάτευση με τον εαυτό σου: «Ας απαντήσω σε αυτό το μήνυμα και μετά χαλαρώνω».
Δεν χαλαρώνεις τελικά.
Το work–life balance προϋποθέτει ότι η εργασία και η ζωή είναι δύο διακριτές σφαίρες. Όμως για τη μεσαία τάξη η εργασία δεν είναι μόνο εισόδημα, αλλά ταυτότητα. Δίνει κοινωνική θέση, αποτελεί απόδειξη αξίας. Όταν ρωτάμε «τι κάνεις;», εννοούμε «με τι ασχολείσαι επαγγελματικά;». Άρα, πώς να ισορροπήσεις κάτι που σε ορίζει;
Η κουλτούρα της παραγωγικότητας ζητά ψυχική ενέργεια, να σκέφτεσαι projects ενώ μαγειρεύεις, να οργανώνεις στόχους ενώ κάνεις διακοπές, να βελτιστοποιείς τον ύπνο σου για να αποδώσεις καλύτερα. Ακόμη και η αυτοφροντίδα εντάσσεται σε αυτή τη λογική: κάνε γιόγκα για να γίνεις πιο αποδοτικός. Η ζωή γίνεται extension της δουλειάς.
Το work–life balance παρουσιάζεται ως ατομική ευθύνη. Αν δεν το πετυχαίνεις, φταις εσύ, επειδή δεν έβαλες όρια, δεν είπες «όχι», δε διαχειρίστηκες σωστά τον χρόνο σου. Η συζήτηση σπάνια φτάνει στις δομές: στις απαιτήσεις της αγοράς, στον ανταγωνισμό, στην επισφάλεια που σε κάνει να φοβάσαι να χαλαρώσεις, γιατί η μεσαία τάξη ζει με έναν υπόγειο φόβο: ότι μπορεί να πέσει. Δεν είναι αρκετά πλούσια για να νιώθει άνετα, ούτε αρκετά φτωχή για να δηλώσει ανοιχτά ότι πιέζεται. Κρατιέται σε μια ισορροπία διαρκούς προσπάθειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το work–life balance λειτουργεί σαν ψυχολογικό παυσίπονο.
Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο μιλάμε για ισορροπία, τόσο λιγότερο τη βιώνουμε. Οι εφαρμογές παρακολούθησης χρόνου, τα productivity hacks, τα workshops για burnout. Όλα ενισχύουν την ιδέα ότι η λύση είναι καλύτερη οργάνωση. Τελικά όμως το πρόβλημα πιθανότατα δεν αφορά την έλλειψη ισορροπίας. Ίσως είναι η ίδια η απαίτηση να είμαστε ταυτόχρονα εξαιρετικοί εργαζόμενοι, παρόντες σύντροφοι, δραστήριοι φίλοι, ενημερωμένοι πολίτες, fit σώματα, ψυχικά ρυθμισμένοι άνθρωποι. Δεν είναι ισορροπία αυτό. Είναι υπερφόρτωση.
Κάποτε η εργασία τελείωνε με τη λήξη του ωραρίου. Σήμερα ακόμη κι αν δεν εργάζεσαι, σκέφτεσαι την εργασία. Ακόμη κι αν είσαι σε διακοπές, παραμένεις "διαθέσιμος". Το σώμα μπορεί να ξεκουράζεται, το μυαλό όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από την προσπάθεια να βάλουμε όρια. Γιατί η ζωή χρειάζεται να «ισορροπεί» απέναντι στη δουλειά; Γιατί η εργασία έχει τόσο κεντρική θέση που όλα τα υπόλοιπα ορίζονται σε σχέση με αυτήν;
Το work–life balance, όπως παρουσιάζεται, υπόσχεται συμφιλίωση, αλλά η αληθινή ερώτηση δεν είναι πως θα συμφιλιώσουμε δουλειά και ζωή. Είναι αν θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε σε μια συνθήκη όπου η ζωή ορίζεται ως το υπόλοιπο της δουλειάς. Η ισορροπία δεν είναι κακή ιδέα. Είναι, όμως, ανεπαρκής έννοια, γιατί προϋποθέτει δύο ισότιμα μέρη και για τη μεσαία τάξη του σήμερα, η ζυγαριά έχει ήδη γύρει.
