Σε μια δημόσια σφαίρα που λειτουργεί με ταχύτητα αλγορίθμου και μηδενική ανοχή στο λάθος, η ακύρωση μοιάζει με εύκολη λύση και η επανόρθωση με πολυτέλεια.
Το λάθος σήμερα είναι απόδειξη ενοχής. Δεν αντιμετωπίζεται ως μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά ως στίγμα. Η δημόσια σφαίρα δε ζητά κατανόηση. Έτσι γεννήθηκε η κουλτούρα της ακύρωσης: γρήγορη, απόλυτη, συναισθηματικά φορτισμένη. Μια κουλτούρα που μοιάζει προοδευτική, αλλά συχνά λειτουργεί με όρους τιμωρητικούς και τελικά συντηρητικούς. Η ακύρωση υπόσχεται κάθαρση. Υπόσχεται ότι αν απομακρύνουμε τον "λάθος" άνθρωπο, το πρόβλημα λύνεται. Στην πράξη όμως απλώς μετακινεί το πρόβλημα εκτός κάδρου. Δεν το επεξεργάζεται, δεν το μετασχηματίζει, δεν το θεραπεύει. Το λάθος δε διορθώνεται, απλώς εξαφανίζεται από το timeline κι αυτό αφήνει πίσω του έναν κόσμο πιο φοβισμένο, πιο σιωπηλό και λιγότερο πρόθυμο να μάθει.
Η κουλτούρα της επανόρθωσης ξεκινά από μια λιγότερο θεαματική παραδοχή: ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν αργά, ότι κουβαλούν αντιφάσεις, άγνοια, κοινωνικά φίλτρα, λάθη που δεν είναι πάντα κακόβουλα. Δεν αθωώνει τη βλάβη, δε σχετικοποιεί την ευθύνη. Κάνει όμως κάτι ριζοσπαστικό για την εποχή μας: ξεχωρίζει την πράξη από το πρόσωπο και δίνει χώρο στη μεταβολή. Η επανόρθωση είναι μία διαδικασία. Περιλαμβάνει αναγνώριση του λάθους, ανάληψη ευθύνης, αλλαγή συμπεριφοράς και κυρίως χρόνο. Χρόνο που η κουλτούρα των social media μισεί. Ο αλγόριθμος "επιβραβεύει" το σοκ. Χρειάζεται συνέπεια και αυτό δεν γίνεται viral.
Η ακύρωση προσφέρει ηθική ανωτερότητα χωρίς ρίσκο. Μπορείς να σταθείς "στη σωστή πλευρά" χωρίς να μπεις στη δύσκολη διαδικασία της κατανόησης. Η επανόρθωση σε αναγκάζει να μείνεις στη συζήτηση, να ακούσεις, να δεχτείς ότι η αλλαγή δεν είναι άμεση και ότι ο άλλος μπορεί να εξελιχθεί χωρίς να γίνει όμοιός σου. Αυτό απαιτεί ωριμότητα, όχι μόνο ιδεολογική, αλλά και συναισθηματική.
Σε μία ανθρωπότητα που σκοτεινιάζει, η ακύρωση λειτουργεί σαν εύκολο υποκατάστατο δικαιοσύνης. Όταν οι θεσμοί αποτυγχάνουν, όταν η πολιτική δεν εμπνέει, όταν η ανισότητα βαθαίνει, το να "ακυρώσεις" κάποιον δίνει την αίσθηση δράσης. Όμως η αίσθηση δεν είναι αποτέλεσμα. Το να αφαιρείς φωνές δε δημιουργεί αυτόματα καλύτερες, το να τιμωρείς δεν εκπαιδεύει, το να διαγράφεις δεν χτίζει κουλτούρα. Η κουλτούρα της επανόρθωσης είναι βαθιά προοδευτική ακριβώς επειδή δεν φοβάται την πολυπλοκότητα. Δεν πιστεύει σε καθαρούς ανθρώπους και βρώμικα λάθη. Πιστεύει σε ανθρώπους που διαμορφώνονται μέσα από συγκρούσεις, αντιφάσεις και διορθώσεις. Αναγνωρίζει ότι αν ο μόνος επιτρεπτός ρόλος είναι αυτός του αλάνθαστου, τότε κανείς δεν μπορεί να συμμετέχει πραγματικά στον δημόσιο διάλογο.
Υπάρχει επίσης και μια ταξική διάσταση στην ακύρωση. Οι ισχυροί συχνά "επιβιώνουν" της ακύρωσης, αλλά οι λιγότερο προνομιούχοι εξαφανίζονται οριστικά. Η επανόρθωση αντίθετα μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ισότητας. Να επιτρέψει σε ανθρώπους να μάθουν, να επανενταχθούν, να αλλάξουν χωρίς να καταδικαστούν σε κοινωνικό θάνατο. Αυτό δε σημαίνει ανοχή στη βία ή στον ρατσισμό, αλλά διάκριση ανάμεσα στη λογοδοσία και στην εξόντωση.
Η κουλτούρα της επανόρθωσης δεν είναι επιείκεια. Ζητά περισσότερα από όλους. Από αυτόν που έκανε το λάθος να σταθεί απέναντι στις συνέπειες και από την κοινότητα να επιλέξει τη δύσκολη οδό της αλλαγής αντί για τη γρήγορη ικανοποίηση της τιμωρίας. Δεν προσφέρει κάθαρση, προσφέρει όμως προοπτική. Η επανόρθωση είναι πράξη αντίστασης. Μας λέει ότι η πρόοδος δε χτίζεται με σιωπή και φόβο, αλλά με διάλογο και μετασχηματισμό ουσίας προσαρμοσμένο στα μέτρα κάθε εποχής. Το να κρατάς χώρο για την αλλαγή δεν είναι αδυναμία, αλλά το μόνο σημάδι πραγματικής εμπιστοσύνης στον άνθρωπο.
Η ακύρωση τελειώνει γρήγορα. Η επανόρθωση κρατά περισσότερο, πονά περισσότερο και αποδίδει αργότερα κι αν κάτι χρειάζεται ένας κόσμος που σκοτεινιάζει δεν είναι περισσότερη τιμωρία, αλλά περισσότερη δυνατότητα να γίνουμε καλύτεροι χωρίς να εξαφανιστούμε και για να συμβεί αυτό απαιτείται αληθινή κατανόηση.
Σε μια δημόσια σφαίρα που λειτουργεί με ταχύτητα αλγορίθμου και μηδενική ανοχή στο λάθος, η ακύρωση μοιάζει με εύκολη λύση και η επανόρθωση με πολυτέλεια.
Το λάθος σήμερα είναι απόδειξη ενοχής. Δεν αντιμετωπίζεται ως μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά ως στίγμα. Η δημόσια σφαίρα δε ζητά κατανόηση. Έτσι γεννήθηκε η κουλτούρα της ακύρωσης: γρήγορη, απόλυτη, συναισθηματικά φορτισμένη. Μια κουλτούρα που μοιάζει προοδευτική, αλλά συχνά λειτουργεί με όρους τιμωρητικούς και τελικά συντηρητικούς. Η ακύρωση υπόσχεται κάθαρση. Υπόσχεται ότι αν απομακρύνουμε τον "λάθος" άνθρωπο, το πρόβλημα λύνεται. Στην πράξη όμως απλώς μετακινεί το πρόβλημα εκτός κάδρου. Δεν το επεξεργάζεται, δεν το μετασχηματίζει, δεν το θεραπεύει. Το λάθος δε διορθώνεται, απλώς εξαφανίζεται από το timeline κι αυτό αφήνει πίσω του έναν κόσμο πιο φοβισμένο, πιο σιωπηλό και λιγότερο πρόθυμο να μάθει.
Η κουλτούρα της επανόρθωσης ξεκινά από μια λιγότερο θεαματική παραδοχή: ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν αργά, ότι κουβαλούν αντιφάσεις, άγνοια, κοινωνικά φίλτρα, λάθη που δεν είναι πάντα κακόβουλα. Δεν αθωώνει τη βλάβη, δε σχετικοποιεί την ευθύνη. Κάνει όμως κάτι ριζοσπαστικό για την εποχή μας: ξεχωρίζει την πράξη από το πρόσωπο και δίνει χώρο στη μεταβολή. Η επανόρθωση είναι μία διαδικασία. Περιλαμβάνει αναγνώριση του λάθους, ανάληψη ευθύνης, αλλαγή συμπεριφοράς και κυρίως χρόνο. Χρόνο που η κουλτούρα των social media μισεί. Ο αλγόριθμος "επιβραβεύει" το σοκ. Χρειάζεται συνέπεια και αυτό δεν γίνεται viral.
Η ακύρωση προσφέρει ηθική ανωτερότητα χωρίς ρίσκο. Μπορείς να σταθείς "στη σωστή πλευρά" χωρίς να μπεις στη δύσκολη διαδικασία της κατανόησης. Η επανόρθωση σε αναγκάζει να μείνεις στη συζήτηση, να ακούσεις, να δεχτείς ότι η αλλαγή δεν είναι άμεση και ότι ο άλλος μπορεί να εξελιχθεί χωρίς να γίνει όμοιός σου. Αυτό απαιτεί ωριμότητα, όχι μόνο ιδεολογική, αλλά και συναισθηματική.
Σε μία ανθρωπότητα που σκοτεινιάζει, η ακύρωση λειτουργεί σαν εύκολο υποκατάστατο δικαιοσύνης. Όταν οι θεσμοί αποτυγχάνουν, όταν η πολιτική δεν εμπνέει, όταν η ανισότητα βαθαίνει, το να "ακυρώσεις" κάποιον δίνει την αίσθηση δράσης. Όμως η αίσθηση δεν είναι αποτέλεσμα. Το να αφαιρείς φωνές δε δημιουργεί αυτόματα καλύτερες, το να τιμωρείς δεν εκπαιδεύει, το να διαγράφεις δεν χτίζει κουλτούρα. Η κουλτούρα της επανόρθωσης είναι βαθιά προοδευτική ακριβώς επειδή δεν φοβάται την πολυπλοκότητα. Δεν πιστεύει σε καθαρούς ανθρώπους και βρώμικα λάθη. Πιστεύει σε ανθρώπους που διαμορφώνονται μέσα από συγκρούσεις, αντιφάσεις και διορθώσεις. Αναγνωρίζει ότι αν ο μόνος επιτρεπτός ρόλος είναι αυτός του αλάνθαστου, τότε κανείς δεν μπορεί να συμμετέχει πραγματικά στον δημόσιο διάλογο.
Υπάρχει επίσης και μια ταξική διάσταση στην ακύρωση. Οι ισχυροί συχνά "επιβιώνουν" της ακύρωσης, αλλά οι λιγότερο προνομιούχοι εξαφανίζονται οριστικά. Η επανόρθωση αντίθετα μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ισότητας. Να επιτρέψει σε ανθρώπους να μάθουν, να επανενταχθούν, να αλλάξουν χωρίς να καταδικαστούν σε κοινωνικό θάνατο. Αυτό δε σημαίνει ανοχή στη βία ή στον ρατσισμό, αλλά διάκριση ανάμεσα στη λογοδοσία και στην εξόντωση.
Η κουλτούρα της επανόρθωσης δεν είναι επιείκεια. Ζητά περισσότερα από όλους. Από αυτόν που έκανε το λάθος να σταθεί απέναντι στις συνέπειες και από την κοινότητα να επιλέξει τη δύσκολη οδό της αλλαγής αντί για τη γρήγορη ικανοποίηση της τιμωρίας. Δεν προσφέρει κάθαρση, προσφέρει όμως προοπτική. Η επανόρθωση είναι πράξη αντίστασης. Μας λέει ότι η πρόοδος δε χτίζεται με σιωπή και φόβο, αλλά με διάλογο και μετασχηματισμό ουσίας προσαρμοσμένο στα μέτρα κάθε εποχής. Το να κρατάς χώρο για την αλλαγή δεν είναι αδυναμία, αλλά το μόνο σημάδι πραγματικής εμπιστοσύνης στον άνθρωπο.
Η ακύρωση τελειώνει γρήγορα. Η επανόρθωση κρατά περισσότερο, πονά περισσότερο και αποδίδει αργότερα κι αν κάτι χρειάζεται ένας κόσμος που σκοτεινιάζει δεν είναι περισσότερη τιμωρία, αλλά περισσότερη δυνατότητα να γίνουμε καλύτεροι χωρίς να εξαφανιστούμε και για να συμβεί αυτό απαιτείται αληθινή κατανόηση.
Σε μια δημόσια σφαίρα που λειτουργεί με ταχύτητα αλγορίθμου και μηδενική ανοχή στο λάθος, η ακύρωση μοιάζει με εύκολη λύση και η επανόρθωση με πολυτέλεια.
Το λάθος σήμερα είναι απόδειξη ενοχής. Δεν αντιμετωπίζεται ως μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά ως στίγμα. Η δημόσια σφαίρα δε ζητά κατανόηση. Έτσι γεννήθηκε η κουλτούρα της ακύρωσης: γρήγορη, απόλυτη, συναισθηματικά φορτισμένη. Μια κουλτούρα που μοιάζει προοδευτική, αλλά συχνά λειτουργεί με όρους τιμωρητικούς και τελικά συντηρητικούς. Η ακύρωση υπόσχεται κάθαρση. Υπόσχεται ότι αν απομακρύνουμε τον "λάθος" άνθρωπο, το πρόβλημα λύνεται. Στην πράξη όμως απλώς μετακινεί το πρόβλημα εκτός κάδρου. Δεν το επεξεργάζεται, δεν το μετασχηματίζει, δεν το θεραπεύει. Το λάθος δε διορθώνεται, απλώς εξαφανίζεται από το timeline κι αυτό αφήνει πίσω του έναν κόσμο πιο φοβισμένο, πιο σιωπηλό και λιγότερο πρόθυμο να μάθει.
Η κουλτούρα της επανόρθωσης ξεκινά από μια λιγότερο θεαματική παραδοχή: ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν αργά, ότι κουβαλούν αντιφάσεις, άγνοια, κοινωνικά φίλτρα, λάθη που δεν είναι πάντα κακόβουλα. Δεν αθωώνει τη βλάβη, δε σχετικοποιεί την ευθύνη. Κάνει όμως κάτι ριζοσπαστικό για την εποχή μας: ξεχωρίζει την πράξη από το πρόσωπο και δίνει χώρο στη μεταβολή. Η επανόρθωση είναι μία διαδικασία. Περιλαμβάνει αναγνώριση του λάθους, ανάληψη ευθύνης, αλλαγή συμπεριφοράς και κυρίως χρόνο. Χρόνο που η κουλτούρα των social media μισεί. Ο αλγόριθμος "επιβραβεύει" το σοκ. Χρειάζεται συνέπεια και αυτό δεν γίνεται viral.
Η ακύρωση προσφέρει ηθική ανωτερότητα χωρίς ρίσκο. Μπορείς να σταθείς "στη σωστή πλευρά" χωρίς να μπεις στη δύσκολη διαδικασία της κατανόησης. Η επανόρθωση σε αναγκάζει να μείνεις στη συζήτηση, να ακούσεις, να δεχτείς ότι η αλλαγή δεν είναι άμεση και ότι ο άλλος μπορεί να εξελιχθεί χωρίς να γίνει όμοιός σου. Αυτό απαιτεί ωριμότητα, όχι μόνο ιδεολογική, αλλά και συναισθηματική.
Σε μία ανθρωπότητα που σκοτεινιάζει, η ακύρωση λειτουργεί σαν εύκολο υποκατάστατο δικαιοσύνης. Όταν οι θεσμοί αποτυγχάνουν, όταν η πολιτική δεν εμπνέει, όταν η ανισότητα βαθαίνει, το να "ακυρώσεις" κάποιον δίνει την αίσθηση δράσης. Όμως η αίσθηση δεν είναι αποτέλεσμα. Το να αφαιρείς φωνές δε δημιουργεί αυτόματα καλύτερες, το να τιμωρείς δεν εκπαιδεύει, το να διαγράφεις δεν χτίζει κουλτούρα. Η κουλτούρα της επανόρθωσης είναι βαθιά προοδευτική ακριβώς επειδή δεν φοβάται την πολυπλοκότητα. Δεν πιστεύει σε καθαρούς ανθρώπους και βρώμικα λάθη. Πιστεύει σε ανθρώπους που διαμορφώνονται μέσα από συγκρούσεις, αντιφάσεις και διορθώσεις. Αναγνωρίζει ότι αν ο μόνος επιτρεπτός ρόλος είναι αυτός του αλάνθαστου, τότε κανείς δεν μπορεί να συμμετέχει πραγματικά στον δημόσιο διάλογο.
Υπάρχει επίσης και μια ταξική διάσταση στην ακύρωση. Οι ισχυροί συχνά "επιβιώνουν" της ακύρωσης, αλλά οι λιγότερο προνομιούχοι εξαφανίζονται οριστικά. Η επανόρθωση αντίθετα μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ισότητας. Να επιτρέψει σε ανθρώπους να μάθουν, να επανενταχθούν, να αλλάξουν χωρίς να καταδικαστούν σε κοινωνικό θάνατο. Αυτό δε σημαίνει ανοχή στη βία ή στον ρατσισμό, αλλά διάκριση ανάμεσα στη λογοδοσία και στην εξόντωση.
Η κουλτούρα της επανόρθωσης δεν είναι επιείκεια. Ζητά περισσότερα από όλους. Από αυτόν που έκανε το λάθος να σταθεί απέναντι στις συνέπειες και από την κοινότητα να επιλέξει τη δύσκολη οδό της αλλαγής αντί για τη γρήγορη ικανοποίηση της τιμωρίας. Δεν προσφέρει κάθαρση, προσφέρει όμως προοπτική. Η επανόρθωση είναι πράξη αντίστασης. Μας λέει ότι η πρόοδος δε χτίζεται με σιωπή και φόβο, αλλά με διάλογο και μετασχηματισμό ουσίας προσαρμοσμένο στα μέτρα κάθε εποχής. Το να κρατάς χώρο για την αλλαγή δεν είναι αδυναμία, αλλά το μόνο σημάδι πραγματικής εμπιστοσύνης στον άνθρωπο.
Η ακύρωση τελειώνει γρήγορα. Η επανόρθωση κρατά περισσότερο, πονά περισσότερο και αποδίδει αργότερα κι αν κάτι χρειάζεται ένας κόσμος που σκοτεινιάζει δεν είναι περισσότερη τιμωρία, αλλά περισσότερη δυνατότητα να γίνουμε καλύτεροι χωρίς να εξαφανιστούμε και για να συμβεί αυτό απαιτείται αληθινή κατανόηση.






