“Κάνε αυτό που αγαπάς”: Σήμερα, η φράση αυτή αρχίζει να ξεφλουδίζει, αποκαλύπτοντας τις ενοχές, τις πιέσεις και τις ψευδαισθήσεις που φόρτωσε σε μια ολόκληρη γενιά.


Το “κάνε αυτό που αγαπάς” παρουσιάστηκε για χρόνια ως η απόλυτη πυξίδα. Μια φράση απλή, καθαρή, σχεδόν λυτρωτική. Αν αγαπάς αυτό που κάνεις, δε θα δουλέψεις ούτε μια μέρα στη ζωή σου. Αν ακολουθήσεις το πάθος σου, όλα θα βρουν τον δρόμο τους. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η φράση είναι ψευδής. Το πρόβλημα είναι ότι ειπώθηκε χωρίς αστερίσκους, χωρίς πλαίσιο, χωρίς να υπολογίζει την πραγματικότητα των περισσότερων ανθρώπων. 

Η μυθολογία γύρω από την αγάπη για τη δουλειά γεννήθηκε σε έναν κόσμο προνομίου. Σε κοινωνικά περιβάλλοντα όπου το ρίσκο δεν σήμαινε επιβίωση, όπου η αποτυχία δεν είχε άμεσο οικονομικό κόστος, όπου υπήρχε χρόνος, δίκτυο και ασφάλεια για πειραματισμό. Όταν αυτή η αφήγηση μεταφέρθηκε ως καθολική αλήθεια, άρχισε να λειτουργεί ως πίεση. 

Πρακτικά “κάνε αυτό που αγαπάς” σε έναν νέο άνθρωπο που πρέπει να πληρώσει ενοίκιο, λογαριασμούς, μετακινήσεις; Τι σημαίνει για κάποιον που δεν έχει την πολυτέλεια να αποτύχει πέντε φορές μέχρι να “βρει τον εαυτό του”; Η ταινία ο "Χειρότερος Άνθρωπος στον κόσμο" του Γιόακιμ Τρίερ εξηγεί σε μεγάλο βαθμό ακριβώς αυτή τη συνθήκη. Η φράση μετατρέπεται από συμβουλή σε ενοχή. Αν δεν είσαι ευτυχισμένος στη δουλειά σου, φταις εσύ που δεν βρήκες το πάθος σου. Αν κουράζεσαι, αν βαριέσαι, αν συμβιβάζεσαι, κάτι έκανες λάθος. 

WORK

Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ένα ξεκάθαρο πάθος που περιμένει να μετατραπεί σε καριέρα. Έχουν ενδιαφέροντα, περιέργεια, δεξιότητες που διαμορφώνονται μέσα από εμπειρία. Η ιδέα ότι υπάρχει “η μία δουλειά” που θα σε ολοκληρώσει δημιουργεί μια ψευδή προσδοκία μόνιμης ικανοποίησης. Καμία δουλειά δεν είναι διαρκώς συναρπαστική. Ακόμα και ό,τι αγαπάς, όταν γίνεται υποχρέωση αποκτά βάρος. Όταν μετατρέπεις αυτό που αγαπάς σε επάγγελμα, ρισκάρεις να το χάσεις. Η αγάπη γίνεται παραγωγή, αξιολόγηση, deadlines, πελάτες, νούμερα. Η δημιουργικότητα μπαίνει σε πλαίσιο. Πολλοί άνθρωποι έμαθαν με τον δύσκολο τρόπο ότι το πάθος τους άντεχε ως καταφύγιο

Το “κάνε αυτό που αγαπάς” αποσιωπά επίσης μια κρίσιμη διάσταση: την εργασία ως μέσο και όχι ως ταυτότητα. Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για να αντλούν νόημα από τη δουλειά τους. Για κάποιους η δουλειά είναι εργαλείο για να ζήσουν τη ζωή που θέλουν εκτός αυτής. Να έχουν χρόνο, ενέργεια, σταθερότητα. Αυτό είναι επιλογή. Η ιδέα ότι πρέπει να αγαπάς τη δουλειά σου για να έχει αξία η ζωή σου είναι μια βαθιά εργασιοκεντρική προκατάληψη. Η απομυθοποίηση δεν σημαίνει κυνισμό. Δεν σημαίνει “βρες μια δουλειά και άντεξέ την”. Σημαίνει κάτι πιο ρεαλιστικό: βρες μια δουλειά που μπορείς να κάνεις χωρίς να καταρρεύσεις, που σέβεται τον χρόνο σου. Που σου αφήνει χώρο να αγαπήσεις πράγματα εκτός εργασίας. Η αγάπη δεν είναι προϋπόθεση για να είσαι αξιοπρεπής εργαζόμενος. Ούτε η δυσφορία σημαίνει αποτυχία χαρακτήρα. 

Ίσως το πιο έντιμο είναι να κάνεις “όχι απαραίτητα ότι αγαπάς”, αλλά “ότι μπορείς να αντέξεις να κάνεις για μεγάλο διάστημα χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου”. Η γενιά που μεγάλωσε με το “κάνε αυτό που αγαπάς” αρχίζει να μιλά πιο ανοιχτά για την εξάντληση, την απογοήτευση, την απομυθοποίηση, επειδή κατάλαβε ότι η φράση χρησιμοποιήθηκε για να εξωραΐσει ένα σύστημα που απαιτεί συνεχώς περισσότερα χωρίς να εγγυάται τίποτα. Η αγάπη για τη δουλειά μπορεί να έρθει, μπορεί και όχι. Η αξιοπρέπεια όμως δεν θα έπρεπε να είναι ποτέ διαπραγματεύσιμη και αυτός ο ρεαλισμός δεν σκοτώνει τα όνειρα, τα προστατεύει από το να γίνουν βάρος.