Ελεύθεροι πολιορκημένοι!

Θέλει αρετή και τόλμη για να αποκτήσουμε ξανά την ελευθερία μας…
Κείμενο: Αγγελική Λάλου

Θέλει αρετή και τόλμη για να αποκτήσουμε ξανά την ελευθερία μας…

Ανήμερα της 25ης Μαρτίου, υπό άλλες συνθήκες, όσοι έχουμε παιδιά θα ετοιμαζόμασταν για να τα πάμε να πάρουν μέρος στις μαθητικές παρελάσεις ή απλώς για να τις δούνε. Αν δεν το είχαμε σκάσει βέβαια για τις εξοχές, τα νησιά, και τα χωριά μας. Αν και το ότι η γιορτινή μέρα έπεσε Τετάρτη θα μας χαλούσε λίγο τα σχέδια και θα μας περιόριζε το πολύ πολύ με καμιά μονοήμερη εκδρομούλα – ωστόσο όλο και κάποιοι θα έβρισκαν τον τρόπο να κολλήσουν στην αργία μερικές μέρες παραπάνω, είτε από τη σημαία… είτε από την άδειά τους που για κάποιον περίεργο λόγο σε κάποιους κρατάει περισσότερες μέρες από τις κανονικές…

Οι υπόλοιποι θα έμεναν στα κοινωνικά δίκτυα να μαλώνουν και να τιμούν το αγωνιστικό πνεύμα της μέρας για το «κατά πόσο πρέπει ή δεν πρέπει να συνεχίζονται να γίνονται παρελάσεις», για το «πότε επιτέλους θα καταργηθούν, τουλάχιστον οι στρατιωτικές παρελάσεις που είναι και τόσο πολυέξοδες» ή κάποιοι θα προσανατόλιζαν τον καβγά στο γιατί και πώς «έχει ένα παιδί δικαίωμα να σηκώνει τη γαλανόλευκη ενώ είχε την ατυχία να μη γεννηθεί στη χώρα αυτή του πολιτισμού και του φωτός»…

Οι γυναίκες/μητέρες/σύζυγοι θα περνούσαν τη μέρα στην κουζίνα, ξαλμυρίζοντας τον μπακαλιάρο ή φιλετάροντας το ψάρι, με συνταγές που ισορροπούν ανάμεσα στο αείμνηστο πνεύμα της γιαγιάς τους και νέες εκδοχές που δανείζονται νεωτεριστικά στοιχεία από συνταγές στο youtube ή σεφ με πολλά αστέρια ή πολλά τατουάζ στα χέρια… Θα καθάριζαν (φτου φτου) σκόρδα για τη σκορδαλιά (ή θα έπαιρναν έτοιμη αλλά θα την άλλαζαν κάπως για να μην τις πιάσουν στο στόμα τους ή μάνα τους ή η πεθερά τους και την χαρακτηρίσουν ακαμάτρα ή ανοικοκύρευτη)… Θα έφτιαχναν παντζάρια σαλάτα και θα κοκκίνιζε ο τόπος και θα έστρωναν το οικογενειακό τραπέζι… είτε τους άρεσε είτε όχι… όλα συνηθίζονται…


Οι singles θα είχαν ξενυχτήσει, θα αργούσαν να ξυπνήσουν, θα ήθελαν να μείνουν μια (μπιπ μπιπ…) μέρα που δεν δουλεύουν σπίτι, κάτω από τα σκεπάσματα και να χουχουλιάσουν κι όχι να είναι αναγκασμένοι να τρέχουν σε οικογενειακά-βασανιστήρια-γεύματα επειδή γιορτάζει η ενενηντάχρονη γιαγιά τους, ο προπολεμικός θείος τους (που ίσως κάποτε κληρονομήσουν) ή στην καλύτερη περίπτωση κάποιος από τους δυο γονείς τους… Δεν θα άντεχαν άλλη μια μάζωξη με πολιτικές συζητήσεις, κληρονομικές διαφορές, άλυτες οικογενειακές παρεξηγήσεις από την εποχή του Νώε ή ανομολόγητα παράπονα που μένουν κάτω από το τραπέζι αλλά ανταλλάσσουν στόματα που τα μηρυκάζουν από γενιά σε γενιά, καθώς επάργυρα μαχαιροπίρουνα διασταυρώνονται και κρυστάλλινα ποτήρια αιωρούνται στον αέρα πριν τσουγγρίσουν με ευχές ειπωμένες και ανείπωτες κατάρες… Πού να τρέχουν, οι ίδιοι τα έχουν ξεπεράσει όλα αυτά με χρόνια ψυχανάλυσης…

Σαφώς και όλα τα παραπάνω έχουν μια εμφανή υπερβολή, αλλά και πότε ως λαός δεν αντιδρούσαμε υπερβολικά αφού το έχουμε στο dna μας… Όπως στο αίμα μας έχουμε τη διαφωνία, την επαναστατικότητα και την αμφισβήτηση. Που καλώς ή κακώς κάπως έτσι πορευόμαστε ανά τους αιώνες… με το δυναμικό μεσογειακό μας ταπεραμέντο…

Για να φτάσουμε στο σήμερα, όπου κάθε κατεργάρης βρίσκεται στο σπίτι του, κι όλοι ενωμένοι στα σπίτια μας υπό την απειλή του ίδιου αόρατου κοινού εχθρού… Και καλούμαστε να γιορτάσουμε μόνοι, την ατομική ή την οικογενειακή μας ελευθερία. Να γιορτάσουμε τη μέρα όπως θέλουμε κι όπως μπορούμε. Με αυτό το «εις υγείαν», «στην υγειά μας» να λέγεται ευλαβικά, να ξεκινάει ως αδύναμος τρεμουλιαστός ψίθυρος και να γίνεται κραυγή αγωνίας… Να γίνεται η μόνη ευχή που αυτή τη στιγμή έχει νόημα, κι η μόνη ευχή που αυτή τη στιγμή όχι μόνο ενώνει όλους τους Έλληνες παρά τις πολιτικές, θρησκευτικές, αθλητικές και λοιπές διαφορετικές πεποιθήσεις ή κοινωνικές διαφορές αλλά ενώνει και την πλειοψηφία των ανθρώπων στον κόσμο που αναγνωρίζουν -επιτέλους- την υγεία ως το υπέρτατο και ύψιστο αγαθό του ανθρώπου…

Στην υγειά μας λοιπόν και χρόνια μας πολλά.

Χρόνια πολλά σε όλους!